Δευτέρα, 20 Απριλίου 2009

Και άλλη θλιβερή παράκαμψη: Περίεργες παραλληλίες


Πριν μερικούς μήνες δημοσίευσα το παρακάτω κείμενο στο περιοδικό ΟΡΟΠΕΔΙΟ. Περίεργοι και λίγο μπερδεμένοι συνειρμοί που γεννήθηκαν καθώς έγραφα το προηγούμενο post μου, έφερεαν το κείμενο αυτό στην επιφάνεια και κάπως τολμηρά αποφάσισα να το αναρτήσω εδώ. Στο βάθος του μυαλού μου - δυστυχώς- δημιουργήθηκαν υποψήφιες συσχετίσεις με τα όσα περνούν σήμερα τα πανεπιστήμιά μας.

Ελπίζω ο εκδότης του ΟΡΟΠΕΔΙΟΥ να μη έχει αντίρρηση για την δημοσίευση του κειμένου εδώ.




Μερικά εικοσιτετράωρα
Συντροφιά με τον Διονύση Καράγεωργα



Αρχές καλοκαιριού του ’70, αν δεν με απατά η μνήμη μου. Ένα κρίσιμο γεγονός που θα αναφερθεί παρακάτω μπορεί να βοηθήσει όσους ασχολούνται με τα χρονολόγια να προσδιορίσουν το πότε ακριβέστερα. Το τι, όμως, έχει πραγματική σημασία για να δικαιολογηθεί το λίγο μελάνι που θα αναλώσω για την αγαπημένη μνήμη του Σάκη σ΄αυτό το από καρδίας κείμενο.

Βρεθήκαμε οι δυο μας, ύστερα από περίπλοκη συνομωσία, σε διπλανά κρεβάτια στο Νοσοκομείο Κρατουμένων Άγιος Σάββας, κολλητά στη μάντρα των γυναικείων φυλακών Αβέρωφ και αντίκρυ στο ψωμάδικο του συγκροτήματος των Φυλακών. Συγγνώμη για τους λεπτομέρειες, αλλά έτσι ζωντανεύει με τα πραγματικά τους χρώματα η ανάμνηση των ημερών εκείνων. Σήμερα, στις «σοβαρές» πια στιγμές μας, τα βλέπουμε όλα μακρινά και γκρίζα. Έτσι τα δείχνει η Ιστορία. Καμιάν αξία δεν έχουν γιαυτή τα χρώματα και οι λεπτομέρειες.

Συνομωσία! Σπαρμένοι σε διάφορες φυλακές, τα δικασμένα μέλη της Δημοκρατικής Άμυνας είχαμε ως μοναδικούς τρόπους ανταλλαγής απόψεων για τη συνέχεια της όποιας δράσης μας, την επαφή μέσω των δικηγόρων, τις μεταγωγές από φυλακή σε φυλακή και την μετακομιδή μας στο Νοσοκομείο κρατουμένων σε συμφωνημένες ημερομηνίες για να συμπέσουμε στον ίδιο θάλαμο. Μερικοί από εμάς είχαμε το προνόμιο της ευκολότερης μετακομιδής: Ο Σάκης εξ αιτίας τους κατάστασης του κατακρεουργημένου από την έκρηξη και τα βασανιστήρια χεριού του, εγώ με την υποστήριξη του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού για περιοδικά τσεκ-απ εξ αιτίας τους εγκεφαλικού ισχαιμικού επεισοδίου που είχα υποστεί (χωρίς σοβαρές συνέπειες, στ΄αλήθεια) στη διάρκεια τους ανάκρισής μου. Ύστερα από χίλιες δυο διαβουλεύσεις μέσω δικηγόρων, συγγενών και «μικροπρακτόρων» μας που κρύβονταν ανάμεσα στη γραφειοκρατία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, τα κανονίζαμε ώστε να βρεθούμε ταυτόχρονα στον ίδιο θάλαμο. Εκεί άρχιζε η εντατική μεταξύ μας διαβούλευση και τα συμπεράσματά μας τα μεταφέραμε πίσω στους συντρόφους μας όταν επιστρέφαμε στη βάση μας. Αρχές καλοκαιριού, λοιπόν, και η τρέχουσα συνομωσία έπιασε. Τον Σάκη θα τον έβλεπα για πρώτη φορά από τότε που πιάστηκα τον Οκτώβρη του ’67 και προφανώς το μέγιστο της συγκίνησης προέρχονταν από την προσμονή να τον δω και να τον σταυροφιλήσω ύστερα από τον τραυματισμό και τα βασανιστήρια του Ιησού που είχε τραβήξει για την τιμή όλων μας.

Μεγάλη τύχη. Στον θάλαμο του Νοσοκομείου, βρήκαμε και τον Γρηγόρη Φαράκο. Απρόσμενα, η ‘διαβούλευσή’ μας έπαιρνε εν δυνάμει έκταση που ξεπερνούσε κάθε προσδοκία. Δυο στελέχη τους Δημοκρατικής Άμυνας θα είχαν την ευκαιρία να μιλήσουν ζωντανά με κορυφαίο στέλεχος του ΚΚΕ χωρίς κίνδυνο και λογοκρισία! Που τέτοια τύχη.

Η ‘ατζέντα’ των συζητήσεών μας φυσικά ήταν θεωρητικά μάλλον ατελείωτη. Να εκτιμήσουμε την πολιτική κατάσταση, να αλληλοενημερωθούμε για τις εξελίξεις στο αντιστασιακό κίνημα, για τις εξελίξεις στο εξωτερικό, για την κατάσταση των συντρόφων μας στις διάφορες φυλακές ανά την επικράτεια, κλπ., κλπ. Ξαφνικά, η επικαιρότητα μας άστραψε τον προβολέα της σ’ ένα ζήτημα που ούτε είχαμε σκεφτεί να το εντάξουμε στην τακτική ατζέντα μας. Ομολογουμένως, μας δινόταν η ευκαιρία να βγάλουμε ένα μεγάλο μέρος από τα εσώψυχά μας που μας βασάνιζαν τις νύχτες χωρίς να μπορούμε να βρούμε εύκολο συνομιλητή. Το αναπάντεχο θέμα, τελικά, σφράγισε την «σύνοδο» εκείνη και μας άνοιξε ένα ολόκληρο πεδίο για να ονειρευόμαστε από κοινού στο εξής, παράλληλα με τα χίλια άλλα που σκεφτόμασταν με πυρετώδη πάθη, για το μετά την Χούντα μέλλον. Έτσι, όταν βρεθήκαμε το 74 πάλι ελεύθεροι, ο Σάκης κι εγώ ξέραμε σε τι θα δουλεύαμε για χάρη τους δημοκρατίας που ανέτελλε σιγά-σιγά.

Ας τα πιάσουμε, τώρα, τα πράγματα με τη σειρά τους.

Στο θάλαμο μας είχαν τηλεόραση με σχετικά μεγάλη οθόνη. Ήταν μόνιμα ρυθμισμένη στο κανάλι τους ΥΕΝΕΔ, δηλαδή του στρατιωτικού σταθμού. Με ήχο κι αυτόν μόνιμα ρυθμισμένο ώστε να αντιλαλεί περίπου σε ολόκληρο τον θάλαμο, η τηλεόραση έπαιζε άριστα τον ρόλο της ως «χωνί» της χουντικής προπαγάνδας. Τις περισσότερες φορές ήταν ιδιαίτερα ενοχλητική, μέχρι που κάποια μέρα κάποιος καρκινοπαθής ποινικός κρατούμενος, που πάλευε με τους ανυπόφορους πόνους, του σηκώθηκε από το κρεβάτι και έριξε ένα ποτήρι νερό μέσα στα μεγάφωνα τους συσκευής. Έγινε ο χαμός με τους φύλακες-νοσοκόμους, αλλά τι να του κάνουν; Έτσι κι αλλιώς σε λίγες μέρες θα πέθαινε. Τελικά αχρηστεύθηκε το ένα μεγάφωνο, ως φαίνεται, και έτσι ακουγόταν μόνο το μπάσο. Ανακουφιστήκαμε κάπως. Ο ήχος ήταν λιγότερο εκνευριστικός.

Εκείνη τη μέρα καθόμασταν με τον Σάκη στο μεσιανό τραπέζι του θαλάμου και είχαμε επιδοθεί σε μια βαθυστόχαστη επιστημολογική συζήτηση. Ήταν ένα διάλλειμα στις πολιτικοιδεολογικές διαβουλεύσεις μας. Εκείνο τον καιρό διάβαζα Ackoff για να διαμορφώσω μια τελική άποψη για το λογικό μοντέλο τους επιστημονικής απόφανσης. Ο Σάκης είχε προσχωρήσει στον προβληματισμό μου, αλλά είχε σοβαρές επιφυλάξεις για το κατά πόσο οι απόψεις του Ackoff μπορούσαν να έχουν αντίκρισμα τους κοινωνικές επιστήμες. Διατύπωνε τον φόβο μήπως οδηγούσαν τελικά σε φορμαλισμούς με μειωμένο κύρος ουσιαστικής αληθείας. Μέσα σε μια τέτοια ατμόσφαιρα βαθυστόχαστων φιλοσοφικών αναζητήσεων που καλλιεργούσε την διάθεση φυγής από την αθλιότητα της χουντικής καθημερινότητας, ακούμε ξαφνικά να βγαίνει από το «κουτί» η βραχνή φωνή του Παπαδόπουλου, γελοιοποιημένη ακόμη περισσότερο από την λειψή απόδοση του τραυματισμένου ηχητικού συστήματος. Στρεφόμαστε προς την τηλεόραση και αντικρίζουμε τον δικτάτορα στημένο μεγαλοπρεπώς στο κεντρικό βήμα της Βουλής, και από κάτω ένα πλήθος γερόντων και μεσηλίκων, καθισμένοι στα έδρανα σαν καλοί πειθαρχικοί μαθητές. Πολλοί είχαν τις ρεπούμπλικές τους ακουμπισμένες μπροστά τους σαν σύμβολα κύρους και σοβαρότητας.

Φυσικά, προσγειωθήκαμε απότομα και πήραμε τις καρέκλες μας να κάτσουμε κοντύτερα στη συσκευή για ν’ ακούμε καλλίτερα. Από το βάθος του θαλάμου ακούστηκε ένα σπηλαιώδες «όξω καριόληδες» που ήταν το κλασσικό επιφώνημα των ποινικών όταν τους εκνεύριζε κάποιος με την ομιλία του που αναγκαστικά διέκοπτε το περίπου συνεχές μουσικό πρόγραμμα. Ο Σάκης, σοβαρός σηκώθηκε όρθιος, στράφηκε προς το εσωτερικό του θαλάμου, και με την μπάσα επιβλητική φωνή του, ζήτησε την κατανόηση του «κοινού» με μια επίκληση της ιδιότητάς μας ως πολιτικών κρατουμένων που ήθελαν ν’ ακούσουν τι θα πει ο «καριόλης»! Το αίτημα έγινε αμέσως αποδεκτό και με το παραπάνω. Όσοι βρήκαν καρέκλα πλησίασαν και έκατσαν κι αυτοί κοντά στο μακρύ τραπέζι του θαλάμου. Οι άλλοι έκατσαν με κρεμασμένα τα πόδια στα κρεβάτια τους και μόνο οι βαριά άρρωστοι συνέχισαν να παίζουν το ρόλο τους για να επιβεβαιώνεται ότι βρισκόμασταν σε θάλαμο νοσοκομείου και όχι σε ομαδικό ανδρικό κοιτώνα. Πλησίασε και ο Φαράκος, στον οποίο κάποιος ποινικός έσπευσε με μεγάλη προθυμία να του προσφέρει την καρέκλα του. Έτσι στήθηκε ένα σπάνιο σκηνικό: Κεντροαριστερά δίπλα στην κομμουνιστική παρανομία, και όλοι μαζί περιστοιχισμένοι από δεκάδες Βαραβάδες. Όλοι μαζί κοιτούσαμε με διψασμένα μάτια την οθόνη, όπου τον καθαγιασμένο χώρο του Κοινοβουλίου μαγάριζε ο γελοίος δικτάτορας μπροστά σε ένα κοινό που προσπαθούσε να παίξει τον ρόλο της τάχα σοβαρής κοινωνίας.

Ο Παπαδόπουλος είχε συγκεντρώσει στην αίθουσα τους Βουλής τους εν ενεργεία πανεπιστημιακούς καθηγητές της εποχής μαζί με τα μέλη της Ακαδημίας Αθηνών και πληθώρα άλλων περιδεών διανοουμένων που δεν είχαν το θάρρος να απορρίψουν την πρόσκληση της Χούντας. Ο δικτάτορας αποτεινόταν, λοιπόν, στην πνευματική ηγεσία της Χώρας και τους έκανε την τιμή ν’ ακούσαν δια ζώσης τις γελοίες σκέψεις του διατυπωμένες σε ελληνικούρες προπολεμικής επιθεώρησης με βλάχους που ήθελαν να φανούν πρωτευουσιάνοι. Η ομιλία του ξεκίνησε με ένα ατέλειωτο υβρεολόγιο εναντίον του ίδιου του ακροατηρίου του. Μέχρι και υψηλά ποσοστά κύναιδων επικαλέστηκε για να υπογραμμίσει τον ύποπτο ρόλο που οι ταγοί του πνεύματος και της τέχνης παίζουν στην κοινωνία που ο Παπαδόπουλος είχε βάλει … στο γύψο. Τους έβριζε άμεσα και έμμεσα επί μισή ώρα. Ύστερα, άρχισε να τους εκτοξεύει βαθυστόχαστες αμπελοφιλοσοφίες με αποκορύφωμα την μνημειώδη παράγραφο που έκτοτε αποστήθισα μαζί με τους πρώτους στίχους του εθνικού μας ύμνου:
«Παύσατε ηδονιζόμενοι υπό τα πνοάς των Δυτικών ανέμων, εκσπώντες πλάκας εκ των πεζοδρομίων και επιρρίπτοντες ταύτας επί των κεφαλών του περιβάλλοντος χώρου».

Έτσι συνόψιζε ο γελοίος την χουντική άποψη για τα γεγονότα του Μάη του 68 και τον φόβο που τον κατείχε για την πιθανότητα επέκτασης του κινήματος στην Ελλάδα.

Κάνω μια παρένθεση για να δώσω μια χαρακτηριστική εικόνα της όπερας μπουφόνε που παιζόταν καθημερινά την εποχή εκείνη ακόμη και μέσα στις φυλακές, όπου ο Παπαδόπουλος μας έδινε καθημερινή τροφή για γέλιο. Ε, λοιπόν, όταν επέστρεψα από τον Άγιο Παύλο τους φυλακές τους Αίγινας όπου ήταν η βάση μου, έγραψα με μεγάλα μπογιατισμένα γράμματα την παραπάνω Παπαδοπούλειο ρήση στο τοίχο του θαλάμου 5 σε περίοπτη θέση. Στη πρώτη μετά την αναγραφή τους έρευνα, ο αρχιφύλακας στάθηκε μπροστά τους, έδωσε μια γρήγορη εντολή «βάψτε τον τοίχο» και έστριψε να βγει από τον θάλαμο. Ο Ξυριτάκης καλή του ώρα, του φωνάζει από το βάθος με βαριά Κρητική προφορά:

- Μα, να σβήσουμε απόσπασμα του κ. Προέδρου της Κυβερνήσεως κύρια Αρχιφύλαξ;

Ο Αρχιφύλακας κάνει μεταβολή, ξαναστήνεται μπροστά στον τοίχο, διαβάζει το απόσπασμα, ξεροβήχει και αποκρίνεται:

- Δεν το πρόσεξα…. Μμμμ, εγώ ξέρω, βεβαίως! Το γράψατε για να το διαβάζετε και να γελάτε. Αλλά εγώ τι μπορώ να κάνω; Να το σβήσω; Ε, όχι και να βρω το μπελά μου. Αφήστε το όπως είναι!

Αυτή ήταν μια από τις αντιδράσεις μας στις ανοησίες του δικτάτορα. Οι ταγοί, όμως, εκείνη την ημέρα, τον άκουγαν χάσκοντας και ακίνητοι σαν μαθητούδια μπροστά στον επιθεωρητή. Στο αποκορύφωμα του υβρεολόγιου, γυρίζει ο Σάκης και μου λέει:
- Βρε Κώστα, δεν θα σηκωθεί άραγε μήτε ένας από δαύτους να φύγει, δείχνοντας την διαμαρτυρία του σε όσα τους καταμαρτυρεί;

Και, δεν σηκώθηκε μήτε ένας τους. Ανάμεσά τους διακρίναμε πρόσωπα που η γενιά μας τους θαύμαζε. Ακόμη και αγαπούσαμε μερικούς από δαύτους.

Αρχίσαμε με τον Σάκη να καταγράφουμε έναν –ένα του παρόντες, αλλά περισσότερο να ψάχνουμε ποιοι έλλειπαν από κάθε κατηγορία που σχηματιζόταν από την παρατήρηση της αίθουσας με τις επηρμένες κεφαλές και τα κενά μάτια. Τόσο πλούσιος ο πρώτο κατάλογος και τόσο φτωχός ό δεύτερος !

Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποιήσαμε τη μοναξιά μας σ’ εκείνο το πέλαγος δειλίας των ομοτέχνων μας. Και ο Σάκης κι εγώ είχαμε αρχίσει να κάνουμε καριέρα πανεπιστημιακή πριν μας πιάσουν. Τώρα συνειδητοποιούσαμε σε τι θάλασσα σκουπιδιών θα κολυμπούσαμε όταν με το καλό θα περνούσε ο εφιάλτης τους Χούντας. Με αυτά τα συναισθήματα και σαν να ήμασταν συντονισμένοι, στραφήκαμε στον Φαράκο. Του λέει ο Σάκης:
- Γρηγόρη, τι σκατά είναι αυτά που βλέπουμε;

Και ο Γρηγόρης, με ύφος που ξεχείλιζε περίσκεψη, μας ψιθυρίζει:

- Μη χρησιμοποιείτε τέτοιες εκφράσεις! Δεν είναι ανάγκη. Η κατάσταση μήπως δεν ήταν γνωστή;

Η κουκουέδικη ευπρέπεια συνδυασμένη με τον γενικευτικό λόγο της απλοποιημένης μαρξιστικής θεώρησης. Δεν άρεσε, όμως, καθόλου στον δικό μας μικροαστικό ριζοσπαστισμό. Εμείς τα βλέπαμε ‘σκατά’ και τα ονοματίζαμε ανάλογα. Αν το περιμέναμε ότι έτσι θα ήταν; Πιθανόν, αλλά δεν θέλαμε να το πιστέψουμε. Αλλά ούτε και μας ήταν εύκολο να φανταστούμε μιαν αλλαγή της κατάστασης όπου όλ’ αυτά τα ‘σκατά’ θα είχαν αυτομάτως εξαφανιστεί είτε δια πελέκεως είτε σε κάποια Σιβηρική απομόνωση. Βαθειά μέσα μας ξέραμε ότι θα είχαμε να παλέψουμε μέσα σε ένα σύστημα που χωρούσε ακόμη και αυτά τα σκατά. Αυτά έχει η δημοκρατία. Δεν εξαφανίζει ανθρώπους, αλλά αλλάζει καταστάσεις. Κοιταχτήκαμε λοιπόν στα μάτια με τον Σάκη, ύστερα ξαναγυρίσαμε τη ματιά μας στην οθόνη και παρακολουθήσαμε σιωπηλοί όλη την τελετουργία εξευτελισμού τους εθνικής μας ιντελλιγκέντσιας. Μέχρι το τέλος, που ο δικτάτορας διέταξε του ζυγούς λύσατε, ούτε ένας τους – μα, ούτε ένας - δεν πήρε το ρεπούμπλικό του και να σηκωθεί να φύγει. Έστω χωρίς να πει λέξει. Μόνο με το κεφάλι ψηλά. Έκπτωση τους προσδοκίες μου: Έστω και με το κεφάλι σκυφτό για να μη δώσει στόχο.

Όταν τέλειωσε η παράσταση εκείνη, ξέραμε ότι η ατζέντα των διαβουλεύσεών μας έπρεπε ν’ αλλάξει άρδην. Δεν χρειάστηκαν πολλά λόγια και συντονιστήκαμε με τον Σάκη, σε ένα διάλογο δύο ημερών που σημάδεψε τη ζωή και των δυο μας, όπως φάνηκε με τα όσα επακολούθησαν.

Η εικόνα της ρεπουμπλικοφορούσας πλειονότητας της ακαδημαϊκής ελίτ που ανέκφραστη ως ένοχη δεχόταν το καταιγιστικό υβρεολόγιο του δικτάτορα και χάσκουσα στη συνέχεια συνέπραττε στην παράσταση της σουρεαλιστικής όπερας με τους αμπελοφιλοσοφίες του, δεν άφηνε κανένα περιθώρια παρερμηνείας. Μήτε και ελπίδας με δαύτους. Με ελάχιστα λόγια συμφωνήσαμε με τον Σάκη, ότι η αποκατάσταση τους ουσιαστικής δημοκρατίας θα αποβεί φενάκη, με τέτοια σκατά στον αφρό τους πνευματικής ηγεσίας. Πως θα μπορούσαν αυτοί οι άνθρωποι να σταθούν στο αμφιθέατρο τους δημοκρατικού πανεπιστημίου; Τι θα μπορούσαν να προσφέρουν στην αποκατάσταση μιας πραγματικής ακαδημαϊκής κουλτούρας; Τι θα τους κάναμε όλους αυτούς; Η πρώτη σκέψη ήταν η «κάθαρση». Με λίγη σκέψη παραπάνω το πρόβλημα έχανε την ευκαιρία μιας τέτοιας συνοπτικής λύσης. Σε συνθήκες δημοκρατίας κάνεις κάθαρση σε χώρους όπου το κάθαρμα ξεχωρίζει σαφώς ως μικρό μέρος σε σχέση με τον καλό καρπό που το φιλοξενεί. Όταν, όπως, το κάθαρμα αποτελεί το μείζον ποσοστό του καρπού είναι αδύνατο να το ξεφορτωθείς πετώντας το. Γιατί ο καρπός δεν είναι οι άνθρωποι εν προκειμένω, αλλά το εκπαιδευτικό σύστημα, το ευρύτερο σύστημα αναπαραγωγής της γενικής κουλτούρας. Δεν μπορείς να πετάξεις ένα τέτοιο σύστημα. Όσοι το επιχείρησαν οδήγησαν τους κοινωνίες σε εκτρωματικές καταστάσεις. Μπερδευτήκαμε με το ζήτημα και το αφήσαμε ανοιχτό. Μάλλον η ζωή θα δείξει, συμφωνήσαμε.

Καθώς αρχίσαμε με πείσμα και γρήγορους ρυθμούς να μπαίνουμε συνεχώς και βαθύτερα στο νόημα του προβλήματος, συνειδητοποιούσαμε ότι είχαμε μπροστά μας ένα εξαιρετικά πολύπλοκο προσωπικό καθήκον. Καλές είναι οι γενικεύσεις και θεωρητικές αφαιρέσεις, αλλά ο κόμπος είναι πάντα στο ποια πρέπει να είναι η προσωπική στάση μας απέναντι στο πρόβλημα. Ο Σάκης, με την τόσο κοφτερή Καρτεσιανή σκέψη του έκοβε κι εγώ έραβα. Έτσι, κάθε λεπτό που περνούσε συνειδητοποιούσαμε ολοένα και σαφέστερα τι έπρεπε να κάνουμε στη ζωή μας όταν επιτέλους θα περνούσε ο εφιάλτης και θα βγαίναμε στο ξέφωτο.

Στις ελάχιστες σημειώσεις που κρατούσα την εποχή εκείνη (εκ του φόβου της λογοκρισίας και κατάσχεσης) βρίσκω σήμερα μερικές κρυπτικές φράσεις σχετικές με τους διαλόγους των ημερών μας στον Άγιο Σάββα. Ομολογώ ότι δεν μπορώ να θυμηθώ όλα τα στοιχεία που θα με βοηθήσουν να αποκρυπτογραφήσω τα κειμενάκια. Συνειρμικά, όμως, αναπαράγω τις εικόνες των ημερών εκείνων και από τις εικόνες φτάνω στις σκέψεις και μερικές φορές από τις σκέψεις προχωρώ και στα πραγματικά λόγια μας. Δεν έχω σκοπό σ’ αυτό το κείμενο να μπω στην ουσία των όσων κουβεντιάσαμε. Ούτε και για όσα αποφασίσαμε, με μια υπερφίαλη αισιοδοξία, είναι αλήθεια, που μας έκανε να θεωρούμε δεδομένο ότι όχι μόνο να επιβιώσουμε, αλλά θα έχουμε και τη δύναμη «μετά» να κυνηγήσουμε τα όνειρά μας. Ένα μόνο θα πω και θα τελειώσω αυτό το οδυνηρό ψάξιμο στις μνήμες εκείνων των ημερών.

Ο Σάκης ήταν σαφής στην αντίληψη, ότι με τέτοια ποιότητα ιντελλιγκέντσιας η δημοκρατία και ο σοσιαλισμός δεν θα μπορούσε να πάει πολύ μακριά. Η αφεντιά μου πάλι, συμφωνούσε μεν με τη θέση αυτή, αλλά υπερθεμάτιζε με την πρόγνωση ότι έτσι κι αλλιώς, όταν έλθει η στιγμή της απελευθέρωσης αυτά τα φρόκαλα θα τα έχει πάρει ήδη ο άνεμος της αλλαγής. Γιατί ν’ ασχολούμαστε μαζί τους; Και οι δυο μας, μολαταύτα, συμφωνήσαμε χωρίς πολλές κουβέντες, ότι όταν έλθει η ευλογημένη στιγμή θα πρέπει να αφοσιωθούμε και να δουλέψουμε για την Ανώτατη Εκπαίδευση. Η ζωή μας ευλόγησε, περισσότερο εμένα και λιγότερο τον Σάκη, να δούμε το τάμα μας να παίρνει σάρκα και οστά. Ο Σάκης έφυγε νωρίς. Πρόλαβε, όμως, με την δουλειά του στην Ομάδα Εργασίας για τις Κοινωνικές Επιστήμης και ύστερα στο Πάντειο να κάνει την ουσιαστική συμβολή του. Η τύχη δεν του επιφύλαξε την ευτυχία να χαρεί τους κόπους του. Εγώ πάλι, ξενιτεύτηκα για ένα διάστημα στη Σουηδία για να μελετήσω τις μεθόδους διδασκαλίας των οικονομικών, αλλά λίγα χρόνια αργότερα είχα την μεγάλη ευτυχία να μου εμπιστευτούν την ίδρυση και οργάνωση του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Ο Σάκης, τότε δεν ζούσε πια. Όμως οι κουβέντες μας των ημερών του Αγίου Σάββα άφησαν βαθειά χαραγμένες στο μυαλό και την ψυχή μου, σκέψεις και συναισθήματα που κυριάρχησαν στη προσπάθειά μου να οργανώσω ένα πρότυπο πανεπιστήμιο.

Μακάρι η μόνιμη θλίψη για το πρόωρο χαμό ενός αδελφού να δίνει και σε άλλους, όπως σ’ εμένα, την χαρά της δημιουργίας πάνω στα λόγια που αντάλλαξαν μαζί τους και γονιμοποίησαν για πάντα την σκέψη και φαντασία τους. Από αυτή την άποψη θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό. Γιατί θυμάμαι.

Σάμος, Νοέμβριος 2008

Δεν υπάρχουν σχόλια: