Σάββατο, 28 Μαρτίου 2009

Για να κατανοήσουμε τη κρίση


Αμηχανία μπροστά στη κρίση…
Και ορισμένες ύστερες σκέψεις για μια καινούρια αρχή.


Καθώς κάνω τις βόλτες μου στο ανοιξιάτικο τοπίο του ερημητηρίου μου, νοιώθω όλο και πιο αμήχανος μπροστά στα όσα εξοργιστικά συμβαίνουν στα πανεπιστήμιά μας. Και, ως συνήθως, τα βάζω με το εαυτό μου, που τόσα χρόνια ένοιωθα ανοήτως ασφαλής με τις παγιωμένες αντιλήψεις μου που είχαν αυτάρεσκα εμπεδωθεί στο νου μου από την δεκαετία του ’80 ήδη σχετικά με την προοπτική του πανεπιστημιακού συστήματός μας. Ήμουν από τους ελάχιστους που είχαν εξ αρχής εναντιωθεί στον Νόμο Πλαίσιο του ’82 υποστηρίζοντας ότι καθιερώνει ένα σύστημα διακυβέρνησης του πανεπιστημίου που τελικά θα το οδηγήσει σε εντροπία σε σχέση με την ακαδημαϊκή αποστολή του. Είχα ζήσει από τα μέσα το περιβόητο κίνημα των βοηθών και παρασκευαστών των μέσων της δεκαετίας του ’70 και είχα προφυλαχθεί έτσι από όλες τις ψευδαισθήσεις που μια αριστεροφανής προσέγγιση της ακαδημαϊκής ισονομίας μπορούσε να καλλιεργήσει σε όσους έβλεπαν από μακριά την χυδαία προσπάθεια των «καταφρονεμένων» του πανεπιστημιακού συστήματος να γίνουν απλούστατα εκείνοι χαλίφες στη θέση των χαλιφών που υποτίθεται ότι πολεμούσαν. Με αυτά και με άλλα είχε εμπεδωθεί μέσα μου η τυφλή πεποίθηση ότι θα αρκούσε στη συνέχεια η ριζική αναθεώρηση του Νόμου Πλαισίου για να καταπολεμηθούν τα όσα δεινά αυτός είχε συσσωρεύσει με την λειτουργία του.

Με αυτή την παραδοχή εφησύχαζα και προσπαθούσα να ερμηνεύσω τα όσα συνέβαιναν σε αναφορά πάντα προς το σύστημα διακυβέρνησης των πανεπιστημίων μας. Καρπός αυτής της ερμηνευτικής μονομέρειάς μου υπήρξε μεταξύ άλλων και το βιβλίο μου «Για το Σύγχρονο Δημόσιο Πανεπιστήμιο» που κυκλοφόρησε το 2000 (αλήθεια, τώρα συνειδητοποιώ πως πέρασαν σχεδόν δέκα χρόνια από τότε !). Εκεί, με την μορφή μπροσούρας περισσότερο παρά επιστημονικής πραγματείας, προσπάθησα να προβάλλω την κατά την άποψή μου λύση: Την εφαρμογή ενός εναλλακτικού συστήματος διακυβέρνησης. Για κάποιο διάστημα, πριν εκδοθεί το βιβλίο, είχα ενθαρρυνθεί από την πιθανότητα που είχε φανεί προς στιγμή (με Υπουργό Παιδείας τον Γιώργο Παπανδρέου) να εφαρμοστεί το εναλλακτικό σύστημα πειραματικά στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου όπου είχα συγκεντρώσει όλα μου τα όνειρα. Διαψεύστηκα, αλλά επέμεινα τουλάχιστο στην ερμηνεία του φαινόμενου και στην εξ αυτής λογικά απορρέουσας συνταγής προς θεραπεία των δεινών. Μέχρι πριν λίγους μήνες.
Η αλήθεια είναι ότι πέρασα μια ενδιάμεση κατάσταση αμηχανίας καθώς οι φανταστικές δοκιμές που έκανα δεν μου έβγαιναν ως πιθανές λύσεις των όσων εμβρόντητος παρακολουθούσα να συμβαίνουν στα πανεπιστήμιά μας. Δηλαδή, προσπαθούσα να φανταστώ ποιες αλλαγές στην διακυβέρνηση θα μπορούσαν να προλάβουν την ραγδαία ροπή προς πλήρη εντροπία, και δυστυχώς η εξίσωση δεν έβγαινε. Μέχρι που, τσάφ, άστραψε στο μυαλό μου το νέο ερμηνευτικό πρότυπο: Η ζημιά που μπορούσε να κάνει ο Νόμος Πλαίσιο είχε ολοκληρωθεί. Είχε διαστρέψει πλήρως την οργανωσιακή κουλτούρα του πανεπιστημίου, είχε ξινίσει το ανθρώπινο κεφάλαιο στο εσωτερικό συστήματος και είχε δημιουργήσει πλέον αυτόνομο ανθρωπολογικό πρόβλημα. Κανένα εναλλακτικό σύστημα διακυβέρνησης, και μάλιστα ριζικά διαφορετικό από εκείνο του Νόμου Πλαισίου, δεν θα μπορούσε να προκαλέσει την ευκταία ανάταξη του συστήματος. Είχε χαλάσει πια σε μεγάλη έκταση το ανθρώπινο δυναμικό σε ότι αφορά τις αξιακές συμπεριφορές του. Αυτό πλέον προκύπτει μέσα από τις εκτεταμένες συζητήσεις που εναγώνια επιδιώκω, ομολογώ, κυρίως για … την σωτηρία της ψυχής μου, περισσότερο παρά με την ελπίδα να προλάβω να ιδώ κάτι πιο αισιόδοξο από την ολοκληρωτική εντροπία.

Με εκ νέου συναίσθημα αμηχανίας στέκομαι τώρα μπροστά στην νέα ερμηνευτική μου υπόθεση: Αν έχει χαλάσει η ακαδημαϊκή κουλτούρα, πώς μπορεί να διορθωθεί; Βολεύομαι με την το να διατυπώνω ένα γενικό αφορισμό ως πιθανή λύση: Χρειάζεται ένα «αναταξιακό» εσωτερικό ακαδημαϊκό κίνημα. Και πώς γίνεται κάτι τέτοιο. Έλα, ντε!

Μπροστά στη νέα μου αμηχανία, προσφεύγω σε αυτές τις εξομολογήσεις και ψάχνω για ιδέες μέσα από ένα Blog που αλλιώς το είχα ξεκινήσει. Ευτυχώς, παρηγοριέμαι, που οι πρόσφατες εξελίξεις στην ΠΟΣΔΕΠ επιβεβαιώνουν την αισιόδοξη πεποίθησή μου ότι κατά βάση το …άλας της γης δεν είναι και τόσο χαλασμένο στα πανεπιστήμιά μας, όσο έδειχναν οι βαρβαρισμοί των τελευταίων ετών. Επομένως, σκέφτομαι, να που υπάρχει ελπίδα για ένα ακαδημαϊκό κίνημα που αυτό στο τέλος θα διαλέξει και το σύστημα διακυβέρνησης που του ταιριάζει. Και όχι το ανάποδο όπως φαίνεται ότι πιστεύουν οι συνδικαλιστικές κ
αι πολιτικές παρατάξεις που αυτή τη στιγμή διεξάγουν τους μονολόγους τους στα πανεπιστήμια.

Κυριακή, 22 Μαρτίου 2009

Επιτέλους! Διάλογος στη Τάξη


Οι Βολεμένοι και οι …. Αβόλευτοι
Επί τέλους, ένας γόνιμος διάλογος στη τάξη

Δίνοντας προτεραιότητα σε άλλες μου δουλειές είχα παρατήσει για μήνες τώρα το Ιστολόγιό μου. Και να που μια συζήτηση που άναψε στη τάξη πριν λίγες μέρες μου ξαναξύπνησε την αισιοδοξία ότι, ναι, πράγματι, μπορεί η τάξη να έχει ανάγκη από μια πιο ειλικρινή συζήτηση. Συζήτηση που μπορεί να ξεφεύγει από την στενή θεματολογία του μαθήματος, αλλά έχει τουλάχιστο το προσόν ότι αποκαλύπτει τις … αιτίες θανάτου της εκπαιδευτικής Άνοιξης που κείτεται εδώ και χρόνια σιωπηλή πλέον, όπως δηλώνει αυτό το ημερολόγιο.
Η ερώτηση ήλθε λίγο απρόβλεπτα: «Εσείς, δηλαδή, οι βολεμένοι έτσι μας βλέπετε;»
Ένας φοιτητής από τις πίσω σειρές της αίθουσας έτσι ένοιωσε ότι έπρεπε να απαντήσει στον ισχυρισμό μου, ότι στις σύγχρονες μετανεωτερικές κοινωνίες, λειτουργεί ένας αντιφατικός μηχανισμός που βάζει πολλές κοινωνικές ομάδες στον πειρασμό να στρέφονται ενάντια στα συμφέροντά τους. Είχα φέρει ως παράδειγμα του ‘εξεγερμένους’ μαθητές και φοιτητές που εν ονόματι της ερμηνείας που δίνουν στο συμφέρον τους, κλείνουν εμποδίζουν για μεγάλα διαστήματα τη λειτουργία των σχολείων και των πανεπιστημίων τους. Στρέφονται έτσι ενάντιο στο συμφέρον που έχουν να επενδύσουν με τον πιο παραγωγικό τρόπο των χρόνο τους για τον οποίο η κοινωνία τους έχει δώσει προνομιακές επιλογές ελεύθερης διαχείρισης.
‘Βολεμένοι’, κατά τον φοιτητή, ήμασταν εμείς οι διδάσκοντες. Προσπάθησα να του εξηγήσω ότι η εξασφάλιση της ιδιότητας του καθηγητή δεν είναι εξ ορισμού ‘βόλεμα’. Προϋποθέτει προηγούμενη κοπιώδη προσπάθεια σε μελέτη, έρευνα, δημοσιεύεις και διδασκαλία και συνεπάγεται συνέχεια του κόπου πάνω στα ίδια πεδία για να μπορεί ο διδάσκων να επιτελέσει κατά συνείδηση τα καθήκοντά του. Και εκεί ακριβώς, διάλεξε, ο διαλεγόμενος φοιτητής μου να καταφέρει το αποκαλυπτικό χτύπημα: «Δηλαδή θέλετε να μου πείτε ότι εσείς τώρα εξακολουθείτε να διαβάζετε;»
Αυθόρμητα αναφέρθηκα στο καθημερινό μου πρόγραμμα που συμπεριλαβαίνει περίπου πέντε ώρες μελέτη, είτε για βιβλιογραφική ενημέρωση είτε για κάλυψη αναγκών τρέχουσας συγγραφικής δουλειάς. Επειδή συνειδητοποίησα προφανώς ότι η δεύτερη ερώτησή του υπονοούσε κάτι παραπέρα, ότι δηλαδή ο ίδιος θεωρούσε ότι αν ήταν βολεμένος …. δεν θα διάβαζε, προχώρησα σε ένα παραπέρα μονόλογο δίνοντας εξηγήσεις και γιαυτό το υπονοούμενο. Του είπα ότι το διάβασμα για τον φοιτητή δεν είναι επιβεβλημένη αγγαρεία, αλλά ευκαιρία πνευματικής επένδυσης. Του θύμισα ότι το διάβασμα στις προηγούμενες φάσεις της σχολικής ζωής του δεν σημαίνει το τέλος μιας υποχρέωσης αλλά την προϋπόθεση μιας συνέχειας και του ανέφερα ότι στην αμερικάνικη ακαδημαϊκή ορολογία η τελετή αποφοίτησης ονομάζεται commencement που σημαίνει ‘αρχή’ και όχι ‘τέλος’ μια διαδικασίας. Και η συζήτηση έκλεισε εκεί. Αμ, δε….
Όταν τέλειωσε το σεμινάριο και βρέθηκα μόνος ήλθε θορυβώδης ο διάλογος πίσω στο μυαλό μου που ξάφνου άστραψε για να φωτίσει μιαν άλλη συζήτηση που είχε γίνει πριν χρόνια περίπου κάτω από ίδιες συνθήκες. Τότε είχα να αντιμετωπίσω την θέση μιας φοιτήτριάς μου που υποστήριζε ότι η σχολαστική υποχρέωσή της είχε τελειώσει με την εισαγωγή της στο πανεπιστήμιο και ότι από εκεί και πέρα «η κοινωνία πρέπει να την ανταμείψει με ένα πτυχία και μια θέση εργασίας». Δεν είχε καμία πλέον υποχρέωση να διαβάσει παραπέρα στη φοιτητική ζωή της. Επειδή είχα θεωρήσει την τοποθέτηση αυτή ως παραδοξολογία τότε, ρώτησα την τάξη αν συμφωνεί με τη θέση της συμφοιτήτριά τους, ελπίζοντας ότι θα την έφερνα σε μια δημιουργική αμφισβήτηση των παράδοξων πεποιθήσεών της σε αναφορά προς τους ίδιους τους συναδέλφους της και όχι σε σχέση με τις όποιες απόψεις του αντίπαλου στρατοπέδου, δηλαδή των καθηγητών.
Και, ώ ! του παραδόξου, πήρα μια βροντερή συμφωνία της συντριπτικής πλειονότητας των παρισταμένων υπέρ της άποψης της φοιτήτριας. Τι το πιο φυσικό, μου είπαν να θεωρούν ότι η τεράστια προσπάθεια που κατέβαλαν στα φροντιστήρια για να περάσουν στο πανεπιστήμιο θα ήταν επαρκής για να κλείσει την σχολική περίοδο της ζωής τους οριστικά και αμετάκλητα. Και τι νομίζουν ότι θα έκαναν στο πανεπιστήμιο, ρώτησα εμβρόντητος. Και πήρα την θολή απάντηση «άλλα πράγματα». Κατάλαβα, δε, ότι αυτά τα άλλα πράγματα ήταν οι γνωστές τελετουργίες της φοιτητικής ζωής που ξεκινούν από τις πράξεις απελευθέρωσης από την γονική καταπιεστική, εποπτεία και προχωρούν στον χαβαλέ, τις καταλήψεις και τις άλλες εκδηλώσεις της φοιτητικής μαχητικής ανεμελιάς. Ελάχιστοι, στη τάξη, έδειξαν να διαφωνούν με αυτή την περίεργη αναπαράσταση της φοιτητικής ιδιότητας.
Να, λοιπόν, που ύστερα από δέκα και βάλε χρόνια, την ίδια αναπαράσταση συνάντησα μέσα από το υπονοούμενο του τωρινού φοιτητή μου. Με μια επί πλέον εμπλουτισμένη απόχρωση: Η προσδοκία του βολέματος, δηλαδή του περάσματος σε μια θέση όπου δεν υπάρχουν πια υποχρεώσεις. Μόνο δικαιώματα.
Μόνος τώρα, μέσα στη σιωπή του περιπάτου μου προς το σπίτι, αισθάνθηκα ένα έντονο σύγκρυο. Οι ρίζες της σιωπηλής άνοιξης στην εκπαίδευση είναι πολύ γερές και πάνε πολύ βαθειά. Τι τρομερή ευθύνη για όλους μας που γινόμαστε συνεργοί σε ένα σχολικό σύστημα που παράγει μια τέτοια ιδεολογία στη ψυχή των νέων μας !