Τρίτη, 26 Μαΐου 2009

Οι οπτικές του πανεπιστημιακού Ζητήματος 6η συνέχεια


Τα μέλη του βοηθητικού ακαδημαϊκού προσωπικού (ιδιομορφία του ελληνικού συστήματος)

Αυτή η ομάδα συμφερόντων κατά τον Νόμο αποτελείται από το Ειδικό και Εργαστηριακό Διδακτικό Προσωπικό (ΕΕΔΙΠ) και το Ειδικό Τεχνικό Εργαστηριακό Προσωπικό (ΕΤΕΠ). Πάντοτε κατά τους ορισμούς το Νόμου, τα μέλη του Ειδικού και Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού (ΕΕΔΙΠ) επιτελούν ειδικό διδακτικό έργο (ΕΕΔΙΠ Ι) ή και εργαστηριακό/εφαρμοσμένο διδακτικό έργο (ΕΕΔΙΠ ΙΙ) στο Τμήμα. Το ΕΕΔΙΠ περιλαμβάνει κατόχους διδακτορικών, μεταπτυχιακών τίτλων και απλούς πτυχιούχους ΑΕΙ και ΤΕΙ και άλλους μη πτυχιούχους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Το Ειδικό Τεχνικό Εργαστηριακό Προσωπικό (ΕΤΕΠ) παρέχει έργο υποδομής στην εν γένει λειτουργία του Τμήματος προσφέροντας εξειδικευμένες τεχνικές εργαστηριακές υπηρεσίες για την αρτιότερη εκτέλεση του εκπαιδευτικού, ερευνητικού και εφαρμοσμένου έργου του Τμήματος. Το ΕΤΕΠ περιλαμβάνει κατόχους μεταπτυχιακών τίτλων, πτυχιούχους ΑΕΙ και ΤΕΙ ακόμη και μη πτυχιούχους.
Όπως θα παρατηρήσει ο προσεκτικός αναγνώστης, το έργο της ομάδας αυτής ορίζεται λειτουργικά, δηλαδή ως προς την ουσία των υπηρεσιών που ο καθένας παρέχει στο πανεπιστήμιο και όχι θεσμικά, δηλαδή ως προς την θέση του στην ακαδημαϊκή ιεραρχία. Το τυπικό προσοντολόγιο, εν τούτοις, των μελών είναι αρκετά ποικίλο και διακυμαίνεται από την κατοχή διδακτορικού τίτλου μέχρι απλούς πτυχίου ΤΕΙ ή και απολυτηρίου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Η διαφοροποίηση αυτή ως προς το προσοντολόγιο αποτελεί και σημαντικό παράγοντα εσωτερικών τριβών στην Ομάδα. Τριβών που λειτουργούν υποδόρια (π.χ. πολλοί διδάκτορες προσβλέπουν σε μεταπήδηση στον ομάδα των ΔΕΠ) και οι συνέπειές τους δεν εμφανίζονται αμέσως στο θεσμικό προσκήνιο. Εκδηλώνονται συνήθως με τη μορφή προσωπικών αντιπαλοτήτων σε συνδυασμό με δικτυώσεις και εξαρτήσεις πελατειακού χαρακτήρα με μέλη της ομάδας του ΔΕΠ. Τελικά, τα μισθολογικά ζητήματα καταλήγουν να είναι ο ισχυρότερος συνεκτικός δεσμός της Ομάδας, η οποία ως εκ τούτου συμπεριφέρεται περισσότερο σύμφωνα με τα πρότυπα του τυπικού μονίμου δημόσιου υπαλλήλου, παρά του μέλους της ακαδημαϊκής κοινότητας. Αυτό παρατηρείται, παρ’ ότι κατά Νόμο η Ομάδα αυτή εκπροσωπείται συλλογικά στις διαδικασίες ανάδειξης των διοικητικών και ακαδημαϊκών αρχών διεύθυνσης του πανεπιστημίου.
Είναι ενδιαφέρον να επισημάνουμε ένα καίριο στοιχείο της «ιστορίας» της Ομάδας αυτής που, κατά την άποψη μου, βοηθά στην κατανόηση της κρίσιμης σχέσης των μελών της Ομάδας με το πανεπιστήμιο ως σύστημα, σε άμεσο, μεσο-μακροπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο επίπεδο.
Η Ομάδα έλκει την καταγωγή της από τους «βοηθούς» και «επιστημονικούς» συνεργάτες» κατά κύριο λόγο της προ του Νόμου 1268 εποχής. Πολύ συνοπτικά, τα άτομα που αποτελούσαν τότε την ομάδα ήταν κατά βάση προσωπικές επιλογές των καθηγητών και εντεταλμένων υφηγητών χωρίς ουσιαστικές θεσμικές αρμοδιότητες και αντίστοιχο status στα πλαίσια του πανεπιστημιακού συστήματος. Μια πρώτη μεγάλη τομή έγινε στη διάρκεια της στρατιωτικής Δικτατορίας, όταν επιχειρήθηκε η συστηματική εκκαθάριση του χώρου με εργαλείο τα πιστοποιητικά πολιτικών φρονημάτων. Μερικά μέλη της Ομάδας διασώθηκαν, αλλά ο χώρος καταλήφθηκε από μεγάλο αριθμό νέων μελών που για να διοριστούν πέρασαν κατ’ ανάγκη από το φίλτρο ελέγχου των πολιτικών φρονημάτων τους. Όταν, προς το τέλος της Δικτατορίας, το Φοιτητικό Κίνημα έδειξε ανάστημα, σημαντικός αριθμός της Ομάδας προσκολλήθηκε σε αυτό, έτσι ώστε με την κατάρρευση της Δικτατορίας να βρεθούν σε προνομιακή θέση και να αναδείξουν καθοδηγητική ηγετική ομάδα που είχε αυξημένο κύρος σε σχέση με το μεταβατικό χαρακτήρα του φοιτητικού πληθυσμού. Ο ηγετικό πυρήνας της Ομάδας αναδέχτηκε το σύνθημα του εκδημοκρατισμού, που εμπεριείχε και την διαμόρφωση καινοφανών θεσμικών δυνατοτήτων μετάβασης των μελών της Ομάδας στον ακαδημαϊκό χώρο. Βασικό εργαλείο για την μετάβαση αυτή ήταν η εφεύρεση της δομής του ενιαίου ακαδημαϊκού φορέα που θα περιλάμβανε όλο το διδακτικό και ερευνητικό προσωπικό με διαβαθμισμένες ακαδημαϊκές ιδιότητες και στον οποίο έδινε πρόσβαση με συνοπτικές διαδικασίες στους πρώην βοηθούς, επιστημονικούς συνεργάτες κλπ., μέλη της Ομάδας αυτής.
Με τις «τακτοποιήσεις» των διαδοχικών νομοθετικών ρυθμίσεων των πρώτων χρόνων της Μεταπολίτευσης, επιστέγασμα των οποίων υπήρξε το Νόμος Πλαίσιο 1268/82, ο μεγαλύτερος αριθμός της Ομάδας πέρασε στο ακαδημαϊκό προσωπικό και αποτέλεσε, σε πολλές περιπτώσεις, τον πυρήνα ανανέωσής του εκ των κάτω, με όλες τις συμπαρομαρτούσες συνέπειες, πολλές των οποίων διακτινίζονται μέχρι τις μέρες μας.
Μετά τις «τακτοποιήσεις» αυτές, η Ομάδα επανασυστήθηκε στα πλαίσια, τώρα, ριζικά διαφορετικού θεσμικού πλαισίου που της στερούσε τον αρχικό δυναμισμό της. Το σύστημά της έχει ήδη ισορροπήσει, ως υποσύστημα του πανεπιστημίου που βρίσκεται σε ιεραρχική υποταγή έναντι του ΔΕΠ. Η νέα κατάσταση έθεσε με νέο περιεχόμενο το ζήτημα της αυτονομίας του, τη φορά αυτή με έντονη δημοσιοϋπαλληλική χροιά μάλλον, παρά ακαδημαϊκή. Η νέα ταυτότητα της Ομάδας φαίνεται ήδη έκδηλα μέσα από τις συνδικαλιστικές πλατφόρμες της (βλ.
π,χ . http://users.uoi.gr/etepuoi/ ) Ο ρόλος της στην διαμόρφωση της δυναμικής των ισορροπιών του πανεπιστημίου είναι πλέον οριακός, μεν, αλλά όχι ασήμαντος. Η δύναμη της Ομάδας οφείλεται τώρα κατά κύριο λόγο στη λειτουργία του συστήματος ανάδειξης των διοικητικών οργάνων του Πανεπιστημίου, όπου η δύναμη της οριακής ψήφου μπορεί να πάρει εξαιρετικές διατάσεις σε συνθήκες επισφαλούς ισορροπίας των πελατειακών συμμαχιών.
Η Ομάδα συμφερόντων των ΕΤΕΠ κλπ. διαπλέκεται σήμερα περισσότερο με την Ομάδα συμφερόντων του διοικητικού προσωπικού παρά με την Ομάδα του ακαδημαϊκού προσωπικού. Η παρέμβασή της κυρίως σε διεκδικήσεις οικονομικού χαρακτήρα και για θέματα «υπηρεσιακής κατάστασης» εκδηλώνεται ευκαιριακά με προσκόλληση σε κινήσεις των φοιτητικών παρατάξεων και των παρατάξεων του ΔΕΠ μέσα στα πλαίσια μιας επίπλαστης αγωνιστικής ενότητας που καλύπτει ανομοιογενή συμφέροντα κάτω από ιδεολογικές προμετωπίδες και προσχηματικές θέσεις γενικού χαρακτήρα σε ότι αφορά συνήθως τις μαζικές κινητοποιήσεις του ακαδημαϊκού ανθρώπινου υλικού.
Η μέχρι τώρα εμπειρία έχει δείξει ότι η Ομάδα τελεί σε ισορροπία όταν εξασφαλίζει σε ικανοποιητικό βαθμό τις προσδοκώμενες οικονομικές απολαβές σε συνδυασμό με συντεχνιακά προνόμια δημοσιοϋπαλληλικής προστασίας.
Σαφή εικόνα της οπτικής που διαμορφώνει η Ομάδα αυτή για το πανεπιστημιακό ζήτημα δεν έχουμε ελλείψει, και στην περίπτωση αυτή, τεκμηριωμένων εμπειρικών ερευνών. Κατά κανόνα, τα συνδικαλιστικά όργανά της αντιγράφουν και επαναλαμβάνουν στερεότυπες θέσεις πολιτικού χαρακτήρα που διαμορφώνονται από τις πολιτικές παρατάξεις με την ευκαιρία των ποικίλων μαζικών κινητοποιήσεων.
Η σύνθεση, συμπεριφορά και δυναμική αυτής της Ομάδας συμφερόντων έχει σημαντικές ιδιοτυπίες σε ότι αφορά την ελληνική περίπτωση. Οι ιδιοτυπίες ανάγονται κατά κύριο λόγο στην ιστορία ανάδειξής της και στην παράδοση που αυτή γέννησε μέσα στα πλαίσια των αντίστοιχων εξελίξεων μετά την Μεταπολίτευση. Η βασική διαφορά με τις αντίστοιχες ομάδες συμφερόντων στις άλλες Δυτικές Χώρες έγκειται κυρίως στο εργασιακό status των μελών της. Με κίνδυνο σφάλματος υπεργενίκευσης μπορούμε να παρατηρήσουμε συνοπτικά ότι στα μεν πανεπιστήμια του αγγλοσαξονικού χώρου, οι υπηρεσίες που παρέχονται από τα μέλη μιας τέτοιας ομάδας προσφέρονται σε μεγάλο βαθμό από υποψήφιους διδάκτορες και άλλους μεταπτυχιακούς φοιτητές που τους έχουν δοθεί αντίστοιχες ‘υποτροφίες’ στη διάρκεια των σπουδών τους με αντιστάθμισμα της παροχή υπηρεσιών βοηθητικής διδασκαλίας, εργαστηριακής υποστήριξης και ερευνητικής συνεργασίας με μέλη του διδακτικού προσωπικού. Η σύνθεση της Ελληνικής Ομάδας μοιάζει περισσότερο με εκείνη που υπάρχει στις χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης και ιδίως της Γαλλίας και Ιταλίας. Και πάλι, όμως, τόσο η ιστορική προέλευση του κλάδου, όσο και η δημοσιοϋπαλληλική απόκλιση της κλαδικής κουλτούρας του είναι σαφώς εντονότεροι παράγοντες διαφοροποίησης της Ελληνικής εκδοχής.

Παρασκευή, 22 Μαΐου 2009

Από τα βιβλία που διαβάζω


Τα οικονομικά της μαζικοποίησης:
Σε κρίση η αμερικανική μαγική λύση !


Οι Ηνωμένες Πολιτείες υπήρξαν η χώρα που, κατ’ εξοχή, προσέγγισε τη διαχείριση της πολιτικής απόφασης για μαζικοποίηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με αδογμάτιστο πραγματισμό. Σήμερα αυτή τακτική της βρίσκεται υπό μεγάλη δοκιμασία. Όσοι στην Ευρώπη στρέφονται με μεγάλες προσδοκίες στα πρότυπα πολιτικής των ΗΠΑ εν προκειμένω και αναζητούν σε αυτά τη λύση των δικών τους προβλημάτων που ήλθαν σαν επακόλουθα της δικής τους απόφασης για μαζικοποίηση, ας αρχίσουν να σκέφτονται για νέες λύσεις. Ούτως ή άλλως, η ιστορία των αμερικάνικων εκπαιδευτικών πολιτικών προσφέρεται ως δειγματολόγιο εργαστηριακών παρατηρήσεων που είναι χρήσιμες για την Ευρώπη, ειδικά όταν απερίσκεπτα δείχνει τη διάθεση ν’ ακολουθήσει την αμερικάνικη τακτική.

Το τελευταίο διάστημα εκδίδονται με επιταχυνόμενους ρυθμούς ενδιαφέροντα βιβλία σχετικά με το οικονομικό πρόβλημα των αμερικάνικων πανεπιστημίων. Μια πρόσφατη χρήσιμη επισκόπηση μπορεί να βρει ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης στην πολύ καλή επισκόπηση του New York Review of Books (
http://www.nybooks.com/articles/22673)

Οι επικρατέστερες διαπιστώσεις των σημαντικότερων συγγραφέων είναι οι εξής:
*Τα μεν ιδιωτικά πανεπιστήμια δεν κατάφεραν να στηρίξουν την επιβεβλημένη σε αυτά πολιτική της εξίσωσης ευκαιριών για τους εγγραφόμενους ανεξάρτητα από την οικονομική τους κατάσταση. Από τη μία ο αυξανόμενος αριθμός των υποψηφίων για βοηθήματα και αφετέρου η εξασθένιση (λόγω κρίσεως) των περιουσιακών υποδομών τους, αναγκάζουν τα πανεπιστήμια της κατηγορίας αυτής να περιορίζουν την εγγραφή φοιτητών που έχουν ανάγκη σπουδαστικού βοηθήματος. Έτσι, η ψαλίδα μεταξύ εχόντων και μη εχόντων για πρόσβαση στα πανεπιστήμια αυτά ανοίγει θεαματικά γεγονός που αντιστρατεύεται η νομοθετημένη πολιτική των ίσων ευκαιριών. Πρέπει να σημειωθεί, ότι ανάμεσα στα ιδιωτικά πανεπιστήμια είναι πολλά από τα θωρηκτά της πανεπιστημιακής αρμάδας των Ηνωμένων Πολιτειών (Harvard etc.) που στηρίζονται σε τεράστια κληροδοτήματα και λειτουργούν ως μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα ιδρύματα.
*Η ίδια και ίσως χειρότερη κατάσταση επικρατεί και στα δημόσια πανεπιστήμια ( Πολιτειακά). Η τακτική τους να επιδιώξουν διεύρυνση των ιδιωτικών πόρων τους για να αντισταθμίσουν τη στασιμότητα της δημόσια χρηματοδότησης οδηγήθηκε στην καταστροφή ύστερα από μια βραχεία περίοδο μεγάλων προσδοκιών. Σε αυτό συντέλεσε ασφαλώς και η οικονομική κρίση, αλλά δεν είναι αυτή ο μοναδικός παράγοντας για το φιάσκο της μερικής ιδιωτικοποίησης. Από την άλλη, η δημόσια χρηματοδότηση σκόνταψε στα δημοσιονομικά όρια των πολιτειακών και του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού. Το αποτέλεσμα εδώ είναι δραματικότερο σε σχέση με την κατάσταση που χαρακτηρίζει την ομάδα των ιδιωτικών πανεπιστημίων. Τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, ιδίως τα σημαντικότερα, βασισμένα στα υψηλά δίδακτρα και τις δωρεές των χορηγών τους, κρατούν τουλάχιστο την ποιότητα των λειτουργιών τους σε καλό επίπεδο. Τα δημόσια, όμως, επειδή πιέζονται από του προνομιακούς υποψηφίους τους (κατά την κείμενη νομοθεσία) χωρίς να μπορούν με την ίδια ευκαιρία να αυξήσουν τα δίδακτρα, αναγκάζονται βαθμιαία να υποβαθμίζουν τους δείκτες ποιότητας των λειτουργιών τους. Εδώ, η μαζικοποίηση της τριτοβάθμιας οδηγεί σχεδόν κατ’ ανάγκη σε χειροτέρευση των σπουδών και της έρευνας!

Γενικό συμπέρασμα που πρέπει να βάλει πολλούς σε σοβαρές σκέψεις, είναι ότι η πολιτική κοινωνία των ΗΠΑ δεν φάνηκε διατεθειμένη να υποστηρίξει οικονομικά τις πολιτικές διεύρυνσης, παρά τις θεσμικές δεσμεύσεις που καθιέρωση η κυβέρνηση και το Κογκρέσο. Τα μαθηματικά της αντινομίας αυτής είναι απλά: Η κοινωνία δεν δέχτηκε να κόψει δαπάνες από αλλού για να στηρίξει την πολιτική της διεύρυνσης. Και, βέβαια, χωρίς τους απαραίτητους πόρους η διεύρυνση οδηγεί αναπόφευκτα σε υποβάθμιση. Χειρότερη ποιότητα και περισσότερους …καταναλωτές. Η τρέχουσα οικονομική κρίση επέτεινε ασφαλώς το πρόβλημα, αλλά κυρίως αποκαλυψε την ψαλίδα μεταξύ δόγματος και πραγματικής πολιτικής βούλησης. Ο αμερικάνικος πραγματισμός (μερική ιδιωτικοποίηση των δημόσιων πανεπιστημίων, λ.χ.) αποδείχθηκε τελικά φενάκη.

Αυτά προς γνώσιν και συμμόρφωση όλων μας και κυρίως των πολιτικών μας. Οι τελευταίοι πρέπει να καταλάβουν ότι πολύ σύντομα η … λεκτική λύση των προβλημάτων της Ανώτατης Εκπαίδευσης θα προσκρούσει στην πραγματικότητα των δημοσιονομικών διλλημάτων. Εκεί η πρόθεση δεν αρκεί. Χρειάζονται προκρίσεις και επιλογές συνδυασμών δημόσιας δαπάνης που θα είναι τόσο οδυνηρές όσο φιλόδοξοι είναι οι στόχοι της διεύρυνσης της πρόσβασης στα πανεπιστήμια. Να δούμε ποιοι θα αντέξουν στον πόνο και θα πούν «ναι, προχωρούμε» !

Δευτέρα, 11 Μαΐου 2009

Οι οπτικές του πανεπιστημιακού ζητήματος (5η συνέχεια)


Τα μέλη του ακαδημαϊκού προσωπικού

Η ομάδα του ακαδημαϊκού προσωπικού αποτελείται τους λέκτορες και όλες τις βαθμίδες καθηγητών. Μια κρίσιμη διάκριση είναι η διαίρεση της ομάδας στην υποομάδα των μη μονίμων (λέκτορες και μη μόνιμοι βοηθοί καθηγητές) από εκείνη των μονίμων (μόνιμοι βοηθοί, αναπληρωτές και καθηγητές). Η διάκριση έχει μεγάλη σημασία επειδή αφορά την δημιουργία εσωτερικών δυναμικών αντίθεσης και εξάρτησης μεταξύ των μελών της ίδιας ομάδας. Οι μη μόνιμοι εξαρτούν την μονιμοποίησή τους από την κρίση και απόφαση των μονίμων με κατά βάση εσωτερική διαδικασία (παρά την τύποις αντικειμενική λειτουργία των εκλεκτορικών σωμάτων). Η δυναμική της σχέσης αυτής παρέχει τη βάση για παθογενείς εφαρμογές των μεθόδων κοοπτάτσιας (cooption), όπως είναι ο νεποτισμός και η δημιουργία εσωτερικών αντιστυστημικών ιεραρχιών (εξαρτήσεις των κατώτερων από τους ανώτερους και όχι από το ‘ίδρυμα’). Η παθογενής εφαρμογή της μεθόδου της κοοπτάτσιας ευνοείται από την νομοθεσία. Ο νόμος-πλαίσιο και η νομολογία που προέκυψε από την εφαρμογή του καθιερώνουν ένα είδος κλειστής αυθεντίας στην επιλογή και αξιολόγηση του ακαδημαϊκού προσωπικού, εν ονόματι της ακαδημαϊκής αυτονομίας, που δεν αντισταθμίζεται από κανένα μηχανισμό απόδοσης συνεπειών (θετικών ή αρνητικών) από την πραγματική επίδοση του προσωπικού. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κανένας αξιόπιστος μηχανισμός επιβράβευσης/επιτίμησης που να ωθεί το σύστημα σε καταστάσεις πρακτικής αξιοκρατίας. Αν συγκριθεί το ελληνικό σύστημα διαχείρισης του ακαδημαϊκού προσωπικού με τα κυριότερα αντίστοιχα συστήματα των Δυτικών χωρών, μπορεί εύκολα να αποκαλυφθεί ο «εκφυλιστικός μηχανισμός» που αναιρεί στην ουσία τις λεκτικές προβλέψεις περί αξιοκρατικών επιλογών και κρίσεων. Για όλους αυτούς τους λόγους η διάκριση ανάμεσα στους εξαρτημένους και εξαρτώντες ακαδημαϊκούς είναι καίριας σημασίας για την κατανόηση της λειτουργίας του συστήματος.

Παρά ταύτα, το ακαδημαϊκό προσωπικό λειτουργεί ταυτόχρονα και ως ενιαίο σύνολο. Αν η διαδικασία της ακαδημαϊκής εξέλιξης δημιουργεί συνθήκες υποβόσκουσας αντίθεσης ανάμεσα στις δύο παραπάνω υποομάδες, το συμφέρον που έχουν και οι δύο να κατοχυρώσουν την ανεξέλεγκτη μονιμότητα της απασχόλησής τους, τους οδηγεί σε συντεχνιακού χαρακτήρα δεσμούς που εκφράζονται σε κάθε περίπτωση αμφισβήτησης της «αυτονομίας» τους. Στο πεδίο αυτό δημιουργείται και το ιδεολόγημα της ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας που σε ότι αφορά το ουσιαστικό περιεχόμενό του έχει εκφυλιστεί σε «ασυδοσία», δηλαδή στην αποφυγή κάθε μορφής εξωτερικής λογοδοσίας. Αυτή η συντεχνιακή ιδεολογία εξηγεί και την εκτεταμένη αντίδραση του ακαδημαϊκού χώρου σε κάθε μορφή ‘διαφανούς’ και ανοιχτής αξιολόγησης που θα μπορούσε να οδηγήσεις σε ουσιαστική κριτική των επιδόσεων, δεξιοτήτων και προοπτικών του ακαδημαϊκού προσωπικού.

Η συντεχνιακή κοινή αντίληψη αποτελεί και το κρίσιμο κλειδί για την κατανόηση της σχέσης του ακαδημαϊκού προσωπικού με το ίδρυμά τους. Επειδή δεν υπάρχει η αίσθηση της ανεξάρτητης εκπροσώπησης του πανεπιστημίου ως ιδιοπρόσωπης οντότητας, η πίστη (loyalty) των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας αναφέρεται στους ομοίους της ως πρόσωπα. Αυτή η πίστη διαμορφώνεται είτε ως εξάρτηση, είτε ως σχέση μέντορος/ μαθητευομένου, είτε ως πελατειακή με εξωακαδημαϊκές στοχεύσεις. Είναι χαρακτηριστικό εν προκειμένω η εμβληματική απουσία της έννοιας της Alma Mater από τον πανεπιστημιακό πολιτισμό μας. Με λίγα λόγια, αυτά που ενώνουν μεταξύ τους τα μέλη του διδακτικού προσωπικού είναι ποικιλία δικτυώσεων που έχουν ως κοινό στόχο την διασφάλιση των προνομίων εργασίας τους, περισσότερο από κάποιοι κοινοί σκοποί που θα μπορούσαν να εκφραστούν μέσα από τον συμβολισμό του ίδιου του πανεπιστημίου. Όσοι από τους ακαδημαϊκούς κατορθώνουν να κρατηθούν έξω από τα δίκτυα αυτά και να διατηρήσουν την απ’ ευθείας σχέση τους με το ήθος του επαγγέλματός τους μένουν απομονωμένοι και αισθάνονται περισσότερο ότι το σύστημα τους πολεμά παρά τους βοηθά να επιτελέσουν καλλίτερα το έργο τους. Αυτή η σχιζοειδής σχέση είναι καταλυτική για την ποιότητα της ακαδημαϊκής κουλτούρας και μπορεί να εξηγήσει πολλές από τις εκτροπές της.

Η ζωή και η συμπεριφορά του ακαδημαϊκού προσωπικού διαπλέκεται με δυναμικές σχέσεις ανάδρασης με τις υπόλοιπες ομάδες συμφερόντων του πανεπιστημιακού συστήματος. Ιδιαίτερης σημασίας, εν τούτοις, είναι η διαπλοκή τους με την ομάδα «φοιτητές» (προπτυχιακοί και μεταπτυχιακοί), τα μέλη του βοηθητικού ακαδημαϊκού προσωπικού και τους εκπροσώπους των εξωγενών παραγόντων (κυρίως κομματικοί εκπρόσωποι και εκπρόσωποι πολιτικών νεολαιών). Η διαπλοκή θεσμίζεται και υπομοχλεύεται από την νομοθεσία (νόμος-πλαίσιο). Ο κυριότερος παράγοντας υπομόχλευσης της διαπλοκής είναι η διαδικασία ανάδειξης των πανεπιστημιακών αρχών. Στη γραμμή αυτή παίζεται το κύριο παιχνίδι εξουσίας, στα πλαίσια του οποίου κάθε ομάδα συμφερόντων προσπαθεί να διασφαλίσει το μέγιστο δυνατό μερίδιο συμμετοχής για την εξυπηρέτηση των στενών συντεχνιακών συμφερόντων. Κατά κανόνα, τα στρατηγικά συμφέροντα του πανεπιστημίου καθαυτού μένουν έξω από την οπτική αυτών των σχέσεων εξουσίας. Πρόκειται για τον θεμελιώδη μηχανισμό μέσω του οποίου εξαφανίζεται (ή μεταλλάσσεται) ο συστημικός σκοπός του πανεπιστημίου, που έχει ως τελικό αποτέλεσμα την εμφάνιση των πιο έκδηλων στοιχείων της διαγιγνωσκόμενης παθογένειας (πανεπιστημιακό ζήτημα). Θεμελιώδες χαρακτηριστικό των διαπλεκομένων σχέσεων είναι ο συντονισμός τους για επίτευξη ωφελειών εις βάρος του πανεπιστημίου και σχεδόν ποτέ υπέρ του πανεπιστημίου. Στις σχέσεις αυτές το πανεπιστήμιο γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης αντί να είναι υποκείμενο του οποίου ο συστημικός σκοπός πρέπει να υπηρετείται.

Υποθέτουμε ότι η ομάδα του ακαδημαϊκού προσωπικού βρίσκεται σε κατάσταση ισορροπίας συμπεριφοράς, όταν με εύρυθμα εκτελεί τα καθήκοντά της σύμφωνα το πρόγραμμα σπουδών και τις απαιτήσεις του κρυφού προγράμματος σπουδών. Όταν η συμπεριφορά της (κατά την τυπική περίπτωση) απέχει από αυτό το επίπεδο επαγγελματικής συμπεριφοράς, δεχόμαστε ότι η Ομάδα βρίσκεται σε διέγερση που μαρτυρεί δυσανασχέτηση έναντι των παροχών (υλικών και άϋλων) του συστήματος. Στο σημείο αυτό ανακύπτει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον ερώτημα: Ποιος και με ποιο τρόπο διαπιστώνει την δυσαρμονία στην περίπτωση ανισορροπίας στην συμπεριφορά αυτής της ομάδας συμφέροντος;

Το ερώτημα έχει δύο σκέλη: Πρώτο, ποιες αντικειμενικές ενδείξεις υποδηλώνουν κατάσταση ανισορροπίας, και δεύτερο ποιο όργανο νομιμοποιείται να διαπιστώσει την ύπαρξη αυτών των αντικειμενικών ενδείξεων. Το δεύτερο σκέλος του ερωτήματος μπορεί σε μερικούς να φαίνεται παραδοξολογία. Το υπο-ερώτημα μολαταύτα έχει ουσιαστική σημασία ειδικά στην περίπτωση του Ελληνικού συστήματος: Μέχρις στιγμής κανένα από τα εντεταλμένα όργανα επίβλεψης και διαχείρισης της ευρυθμίας λειτουργίας των πανεπιστημίων μας δεν έχει διαπιστώσει ενδείξεις της κατηγορίας αυτής. Ακόμη και σε περιόδους οφθαλμοφανούς διαταραχής της ισορροπίας (π.χ. γενικευμένες απεργίες προσωπικού) η ερμηνεία περιορίζεται κατά κανόνα σε απόδοση ευθυνών στις σχέσεις Κράτους/Πανεπιστημίου. Περίπτωση αναφοράς σε διαταραχή της ισορροπίας σχέσεων Ακαδημαϊκού προσωπικού/Πανεπιστημίου δεν έχει ποτέ αναφερθεί από διοικούν όργανο. Εν όψει αυτού του παραδόξου, δικαιούται κάποιος να υποθέσει ότι: είτε δεν υπήρξε ποτέ διαταραχή της ισορροπίας των σχέσεων του ακαδημαϊκού προσωπικού με το πανεπιστήμιο, είτε υπήρξε μεν αλλά τα εντεταλμένα όργανα διαχείρισης και επίβλεψης της πανεπιστημιακής λειτουργία αρνούνται συστηματικά να διαπιστώσουν τέτοιου είδους διαταραχές (εκτός μεμονωμένων και εξαιρετικών περιπτώσεων εξατομικευμένων πειθαρχικών παραπτωμάτων). Το φαινόμενο, όντας περίπου μοναδικό στον χώρο των Δυτικών κοινωνιών, αξίζει να επισύρει το ενδιαφέρον των ερευνητών.

Όσο για το πρώτο σκέλος του ερωτήματος η απόφανση είναι πολύ ευχερέστερη: Διαταραχή της ισορροπίας στην συμπεριφορά της ομάδας των ακαδημαϊκών διαπιστώνεται οσάκις στατιστικά σημαντικό ποσοστό της υπολείπεται των σταθεροτύπων επιτέλεσης των υπό στενή έννοια καθηκόντων τους καθώς και των εν ευρεία εννοία υποχρεώσεών τους σε ότι αφορά την εξυπηρέτηση των αναγκών του κρυφού προγράμματος (ακαδημαϊκής κουλτούρας).

Ούτως εχόντων των πραγμάτων, γίνεται εύλογα η αναφορά στην έκτη παράμετρο της ταυτότητας της ομάδας, το ακαδημαϊκό προσωπικό: Ποια είναι η οπτική της όταν αντιλαμβάνεται το «πανεπιστημιακό ζήτημα»; Ή, αλλιώς, πώς αντιλαμβάνονται ως συλλογικότητα οι πανεπιστημιακοί των πανεπιστημιακό ζήτημα;
Τεκμηριωμένη απάντηση στο απλό αυτό ερώτημα είναι εξαιρετικά δύσκολη. Λείπουν τα απαραίτητα δεδομένα πιστοποιημένης αντικειμενικότητας. Έτσι μόνο μερικές χαλαρές υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε ως προτάσεις για περαιτέρω διερεύνηση. Οι κυριότερες από τις υποθέσεις αυτές, κατά την άποψή μου είναι οι εξής:
· Κρίνοντας από τις δημοσιεύσεις στον Τύπο, η πλειονότητα των ακαδημαϊκών αντιμετωπίζουν το πανεπιστημιακό ζήτημα ως κρίση διοίκησης.
· Κρίνοντας από τα ελάχιστα βιβλία που έχουν κυκλοφορήσει πάνω στο θέμα αυτό, το πανεπιστημιακό ζήτημα αντιμετωπίζεται ως κρίση περί το νομικό καθεστώς ρύθμισης των πανεπιστημιακών πραγμάτων.
· Κρίνοντας από τις φανερές δηλώσεις της ΠΟΣΔΕΠ (ανώτατο συνδικαλιστικό όργανο των πανεπιστημιακών), η κρίση αντιμετωπίζεται ότι απόρροια του καπιταλιστικού συστήματος, του ευρωπαϊσμού και της δημόσιας υποχρηματοδότησης .
· Κρίνοντας από ελάχιστες έκκεντρες φωνές ακαδημαϊκών, η κρίση αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα ποιότητας και περιεχομένου σπουδών.

Διαπιστώνουμε ένα ευρύ φάσμα οπτικών που διαμορφώνεται μέσα στο πεδίο της συγκεκριμένης ομάδας συμφερόντων. Είναι φανερό, ότι οι οπτικές δεν είναι στέρεα συνδεδεμένες με συγκεκριμένα λειτουργικά συμφέροντα και αντιλήψεις, μέχρι της αποδείξεως του εναντίου. Μπορεί επίσης να λειτουργήσουν και σωρευτικά. Σε αυτή την περίπτωση έχουμε μια αντίληψη της πολυπαραγοντικής οπτικής του πανεπιστημιακού ζητήματος, αλλά δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι αυτό ο δυναμικός τρόπος αντίληψης του ζητήματος αποτελεί οργανικό χαρακτηριστικό συμπεριφοράς της συγκεκριμένης ομάδας συμφερόντων. Αυτό που είναι βέβαιο είναι το ότι δεν μπορεί να περιμένουμε βιώσιμη συνταγογραφία ενάντια στη κρίση, αν δεν ξέρουμε τουλάχιστο σε ποιες δυνάμεις μέσα στον χώρο των πανεπιστημιακών μπορεί να στηριχθούν οι όποιοι μεταρρυθμιστές.

Σε ότι αφορά, τέλος, στην τελευταία παράμετρο της οπτικής αυτής της ομάδας συμφερόντων, δηλαδή τις πιθανές διαφορές μεταξύ της ίδιας ομάδας του ελληνικού και του τυπικού Δυτικού πανεπιστημίου, ελάχιστα μπορούμε να πούμε επί του παρόντος. Η σύγκριση δεν είναι εφικτή παρά την πλούσια βιβλιογραφία που αφορά άλλες χώρες, επειδή λείπουν αξιόπιστα δεδομένα από την ελληνική περίπτωση. Κατά την γνώμη μου αυτή η αδυναμία σύγκρισης είναι οργανικό στοιχείο της πανεπιστημιακής κρίσης. Αποκαλύπτει ελαττωματικό μηχανισμό αναστοχασμού μέσα στην ίδια ομάδα που η κοινωνική αποστολή της είναι ακριβώς να στοχάζεται !

Σάββατο, 9 Μαΐου 2009

Οι οπτικές του Πανεπιστημιακού Ζητήματος (συνέχεια)




Παράμετροι περιγραφής των συνιστωσών ομάδων συμφερόντων

Ας προσδιορίσουμε τώρα τα χαρακτηριστικά των συνιστωσών ομάδων συμφερόντων του τυπικού ελληνικού πανεπιστημίου, τα κίνητρα και τις μεταξύ τους σχέσεις. Αυτές οι παράμετροι χαρακτηρίζουν ουσιαστικά τις συνιστώσες ομάδες του πανεπιστημίου. Στη συνέχεια και ξεχωριστά θα εφαρμόσουμε τη αντίστοιχη ανάλυση και για τις εξωγενείς συναφείς δομές που επηρεάζουν τη λειτουργία του πανεπιστημίου από τα έξω.


Οι εντός των τειχών


Ξεκινάμε με τις ομάδες συμφερόντων που δημιουργούνται, συνυπάρχουν και διαπλέκονται μέσα στο πανεπιστήμιο. Είναι σημαντικό κατά πρώτο να καταλάβουμε, ότι οι ομάδες αυτές δημιουργούνται επειδή υπάρχει το πανεπιστήμιο και διαιωνίζουν την ύπαρξή τους όσο το πανεπιστήμιο εξακολουθεί να υπάρχει. Υπάρχει πλούσια βιβλιογραφία που προτείνει ποικίλες θεωρίες για τη προέλευση και φύση του συστήματος-πανεπιστήμιο. Μερικές από τις θεωρίες αυτές εξαρτούν τη φύση του σύγχρονου πανεπιστημίου από τον τρόπο της αρχέγονης δημιουργίας του. Άλλοι θεωρητικοί πάλι διαμορφώνουν την εικόνα του πανεπιστημίου σύμφωνα με την ιδεατή αποστολή του, είτε ως κοινωνική επιταγή και αναγκαιότητα είτε ως υλοποίηση μιας ιδανικής (πολιτισμικής) εικόνας. Όσο ενδιαφέρουσα θα ήταν μια περιήγηση σε αυτού του είδους την «γενική θεωρία του πανεπιστημίου» δεν είναι απαραίτητη για να υπηρετηθεί ο συγκεκριμένος σκοπός των σημειωμάτων αυτών. Προκρίνω μια ευθεία περιγραφή του γε νυν έχοντος, ένα είδος στατικού ενσταντανέ του σημερινού τυπικού (ελληνικού Πανεπιστημίου) που θα χαρτογραφήσει τους λειτουργικούς κόμβους του με επαρκή σαφήνεια ώστε να αναδείχνει και την δυναμική των αλληλεπενεργειών τους. Κατά βάση η περιγραφή θα απαντά στα εξής διαδοχικά ερωτήματα:
1. Ποια είναι τα συστατικά στοιχεία κάθε συνόλου (ποιοι αποτελούν την ομάδα);
2. Τι τα συνδέει μεταξύ τους ώστε να συμπεριφέρονται σε σημαντικό βαθμό ως ενιαίο σύνολο;
3. Ποια είναι η κρίσιμη σχέση τους με το πανεπιστήμιο ως σύστημα, σε άμεσο, μεσο-μακροπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο επίπεδο;
4. Πως διαπλέκεται η συμπεριφορά τους με την συμπεριφορά των άλλων συνιστωσών ομάδων;
5. Πως μπορούμε να περιγράψουμε την «κατάσταση ισορροπίας» της ομάδας που μπορεί να συμβάλει στην ισορροπία του συστήματος;
6. Ποια είναι η οπτική τους όταν αντιλαμβάνονται το «πανεπιστημιακό ζήτημα»;
7. Ποιες πιθανές διαφορές παρατηρούνται μεταξύ της ίδιας ομάδας του ελληνικού και του τυπικού Δυτικού πανεπιστημίου;