Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2007

Ημερολόγιο αμφιθεάτρου- μια ακόμη συνέχεια



Έλεγα, λοιπόν, για την δοκιμασία μου κάθε φορά που συνειδητοποιώ ότι τους φοιτητές και τις φοιτήτριές μου είμαι αναγκασμένος να τους βλέπω από την πλάτη! Τι εμμονή είναι κι αυτή! Χρειάζεται να καταγράψω τις σκέψεις που κρύβονται πίσω της για την εξορθολογικεύσω, με την ελπίδα ότι έτσι θα ξεφύγω από την δουλεία της.

Το κακό μου το κάνει η σύγκριση. Ή, μάλλον, η ανάμνηση της σύγκρισης. Στη Σουηδία και στην Αμερική δεν μου πέρασε ούτε ως υποψία ότι θα μπορούσα να βάλω ένα τέτοιο πρόβλημα στην ανήσυχη ψυχή μου. Μπαίνοντας στην αίθουσα είχα πάντα την αίσθηση ότι τα πρόσωπα που κάθονταν στα έδρανα, απέναντι ή γύρω μου – ανάλογα με την διάταξη – ήταν καθαρά προδιαγεγραμμένα, όπως τα υπέθετα, όπως μου είχαν αφήσει να τα εννοήσω. Αυτοί και αυτές θα μου ήταν τουλάχιστο στατιστικά γνώριμοι με μόνο το διαβατήριο της εγγραφής τους στο μάθημα. Από πού η βεβαιότητα; Μα, από την γενική συνειδητοποίηση ότι ήταν προετοιμασμένοι και προετοιμασμένες να αγκιστρωθούν στην εκφορά της σκέψης μου και να με παρακολουθήσουν – άλλοι με μεγάλη ευκολία και άλλοι με λιγότερη, αλλά όλοι με επαρκή – στο λογικό περίπατο που αντιστοιχούσε στην διάλεξη, το μάθημα. Ποτέ μου δεν σκέφτηκα να αμφισβητήσω την βασική δυνατότητά τους να περπατήσουμε μαζί. Ήξερα ότι αφενός είχαν τα προαπαιτούμενα θεμέλιο και αφετέρου την προετοιμασία που οι περιστάσεις απαιτούσαν. Το μόνο που με απασχολούσε ήταν να κρατήσω το μαγικό θεσμό που ενώνει το διδάσκοντα με τους διδασκόμενους σε όσο το δυνατόν αδιάκοπη συνέχεια και σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο επικοινωνιακό εύρος.
Την βεβαιότητα και την ασφάλεια μου την εγγυόταν το «σύστημα». Εγώ είχα μόνο την αγωνία της ατομικής επίδοσής μου. Αυτή την αίσθηση ασφάλειας άρχισα να την χάνω μέσα στο Ελληνικό Πανεπιστήμιο. Την έχανα βήμα με βήμα καθώς περνούσαν τα χρόνια, αλλά τελευταία χρόνια η αίσθηση ασφάλειας μεταμορφώθηκε σε επικοινωνιακή αγωνία και σήμερα σε εμμονή ότι δεν ξέρω απολύτως τίποτα για την τύχη των όσων η διδακτική δραστηριότητά εκβάλλει στην αίθουσα διδασκαλίας.
Η πρόσκαιρη παρηγοριά μου ήταν να αναδιφώ με τη μνήμη μου τα όσα ανορθόδοξα υποστηρίζει ο Michael Young για την ουσία της αξιοκρατίας. Σε αυτά έβρισκα μια υπεκφυγή του τύπου «έ, έτσι είναι μοιραίο να συμβαίνει και συ τι παραπάνω θέλεις. Αφού δεν μπορεί να προσθέσεις ή να αφαιρέσεις τίποτα’.
Αυτό το ηθικό βόλεμα, δεν με βολεύει πια. Σωρεύτηκαν, αισθάνομαι, πολλά βολέματα και δεν τα αντέχω. Κοιτάζω τον εαυτό μου στον καθρέφτη και σκέφτομαι: άλλη μία εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσσούσα Μαγδαληνή. Γιατί αυτή η εξάντληση της αυτοανοχής; Σε κάποιο φίλο εξομολογήθηκα ότι συνειδητοποιώ ότι τώρα είμαι μέρος του συστήματος που κάνει απρόσωπα τα πρόσωπα των φοιτητών μου. Αφού δεν διαχωρίζω τη θέση μου ενεργά από τα όσα συμβαίνουν, γιατί να νοιώθω κριτής του συστήματος; Για ένα άδειο ψυχολογικό βόλεμα; Φτάνει άραγε αυτό;
Δεν φτάνει! Και γιαυτό σε κάθε ευκαιρία αναζητώ εκλεκτικές συγγένειες, συνοδοιπόρους σε μια αναζήτηση συμμετοχής σε μια γόνιμη αντίδραση. Τώρα ανακάλυψα και το Blog ως «ευκαιρία». Για να δούμε τι θα αποδόσει!

Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2007

Ημερολόγιο Αμφιθεάτρου -συνέχεια

Αφήνω τις περιφράσεις και έρχομαι στο ζουμί. Μπαίνοντας στη τάξη, μένω πολλές φορές με την εντύηπωση οτι βλέπω τους φοιτητές μου στη πλάτη.
΄Οχι κατά πρόσωπο. Είναι μια υποσύνειδη υπεκφυγή.
Στο βάθος έτσι θα ήθελε να είναι επειδή πολλές φορές δεν αντέχω να συνειδητοποιήσω την κατά πρόσωπο συνάντηση. Ο λόγος;
Απλούστατα επειδή σε μια κατά πρόσωπο συνάντηση δεν θα μπορούσα να ξεφύγω από την εξατομικευμένη επικοινωνία. Το πρόσωπο δεν αφήνει περιθώρια αφηρημένων γενικεύσεων. ΄Οταν βλέπεις το πρόσωπο ξεχωρίζεις τον Γιάννη από την Παντελή, την Μαρία από την Αθηνά και πάει λέγοντας. Πώς θα το άντεχα κάτι τέτοιο, όταν το σύστημα μου επιβάλλει να μιλήσω και να αποταθώ γενικά¨"στους φοιτητές μου";

Γιατί μου το επιβάλλει; Μα είναι προφανές: Έτσι όπως είναι σχεδιασμένη και δοσμένη η δυνατότητα διδασκαλίας δεν είναι δυνατόν με κανένα τρόπο να εξατομικευθεί. Μου επιβάλλει να διδάξω με τον ίδιο τρόπο σε όλους και αφήνει στους μηχανισμούς της "αξιοκρατίας" (αν λειτουργεί κι αυτός στις μέρες μας) να προσδιορίσει το αποτέλεσμα. Οι ικανοί και πρόθυμοι θα πάνε καλά. Οι άλλοι, ας πάνε όπως έστρωσαν. Η βαθμολογία θα τεκμηριώσει την έκβαση. Και η διακαιολογία λειτουργεί πάντα ύπέρ του διδάσκοντα: Εγώ έκανα τη δουλειά μου όπως έπρεπε. Εσείς έχετε την ευθήνη ν' αποδόσετε κατ' αξία και σύμφωνα με τις επιλογές σας. Έτσι θα βασιλέψει η αξιοκρατία και όλα θα είναι σοφά και αδιαμφισβήτητα.

Κι΄ομως, αισθάνομαι οτι το όλο ζήτημα είναι αυτό που θεωρείται δεδομένο. Η αξιοκρατία. Πώς μπορεί να λειτουργήσει αυτός ο μυθικός μηχανισμός, όταν ξέρω εκ των προτέρων οτι ούτε ο Πανετελής είναι το ίδιο με τον Γιάννη, μήτε η Μαρία είναι πιστό αντίγραφο της Αθηνάς. Εν τέλει, από ποιά αφαιτηρία ξεκινά η λειτουργία της αξιοκρατίας; Όταν ξεκινάει από συνθήκες ανισότητας, πώς μπορεί να είναι δίκαιη; Κι αν δεν είναι δίκαιη, τότε τι έννοια έχει να την λατρεύουμε ως μαγική λύση στην εκπαίδευση;

Να γιατί θα προτιμούσα να βλέπω τους φοιτητές και τις φοιτήτριές μου στην πλάτη. Δεν αντέχω το ξεχωριστό πρόσωπό τους. Θα ξετυλίξω τη σκέψη μου γύρω από το ζήτημα, γιατί αλλιώς δεν ελαφραίνει η ψυχή μου. Είναι αργά τώρα, και καταλήγω ύστερα από ένα επίπονο ψείρισμα του δοκιμίου που γράφω αυτό τον καιρό. Αύριο, ελπίζω, να έχω την νηφαλιότητα και τον χρόνο να συνεχίσω από εκεί που έμεινα απόψε.

Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2007

Ημερολόγιο Αμφιθεάτρου 2


Πολλές φορές έχω την αίσθηση οτι είμαι κρυμένος πίσω από τα βιβλία που μελέτησα και αντιμετωπίζω την τάξη με μια αφηρημένη προσέγγιση. Απλώς δεν βλέπω τα προσωπά τους. Με ενδιαφέρει περισσότερο να κάνω τη διάλεξη όπως καλλίτερα την έχω προγραμματίσει όντας έξω από την τάξη, στο φορτωμένο με χαρτομάνι γραφείο μου.
Στο βάθος είναι ο φόβος του μεγάλου κενού επικοινωνίας που τα τελευταία χρόνια με έχει καταλάβει από την καθημερινή εμπειρία μου στη τάξη. Δεν ξέρω τι ακριβώς περιμένουν οι φοιτητές που κάθονται απέναντί μου. Για να μην είμαι υπερβολικός: Δεν ξέρω τι περιμένουν οι περισσότεροι. Υποπτεύομαι οτι περιμένουν να περάσει μια κουραστική τελετουργία που με τον χρόνο θα τους δώσει ένα πολυπόθητο θετικό βαθμό στο μάθημα όπου έχουν εγγραφεί.
Αυτό με αποκαρδιώνει. Πριν μπώ στη τάξη, κάθε φορά με την ίδια ζέση, προσπαθώ να φανταστώ τη γραμμη επικοινωνίας μου με το ακροατήριο. Μπαίνω ενθουσιασμένος που ... φαντάστηκα κάτι το θελκτικό. Κατεβάζω τα γυαλιά μου και ξεκινώ με την βεβαιότητα οτι αυτή τη φορά το πέτυχα. Κατά κανόνα η ψευδαίσθηση διαρκεί ελάχιστα μόνο λεπτά. ΄Υστερα έρχεται η πεζή πραγματικότητα και με βάζει πίσω στο καβούκι μου. Πίσω ολοταχώς να κρυφτώ πίσω από τα χοντρά εξώφυλλα των ιδεατών βιβλίων μου. Να μη βλέπω. Για να μπορώ τουλάχιστο να ζήσω την ψευδαίσθηση της τάξης.
Τι έχει συμβεί;
Μα, είναι πολύ απλό: Στην πρώτη απόπειρα διαλόγου διαπιστώνω πάντα το ίδιο. Κανείς - ή σχεδόν κανείς και καμμία - δεν έχει ανοίξει βιβλίο. Δεν έχει καν συνειδητοποιήσει περί τίνος έρχεται να ακούσει. Βλέπεις το διάβασμα είναι συνδεδεμένο μόνο με τις εξετάσεις του εξαμήνου ή τις όποιες εξετάσεις. Κι εγώ επιμένω στην ακαδημαϊκή παιδαγωγική: Δεν θέλω να κομματιάσω την ύλη σε μπουκιές που ελέγχονται με ενδιάμεσα τέστ. Επιμένω να προσφέρω μια λογική του ανακαλύπτειν την επειρηματολογία γύρω από κάποιες υποθέσεις εργασίας. Επιμένω να σέβομαι το ακαδημαϊκό ήθος. Η εξελιξη με ακυρώνει. Κι εγώ, κάθε φορά, αμύνομαι πίσω από τη φιλοδοξία μιας καλοσχεδιασμένης διέλεξης. Ποιός νοιάζεται;
Όταν μοιράζομαι την αγωνία μου με συναδέφλους εύκολα η συζήτηση διολισθαίνει σε μια ελεϊνολογία του πρότερου εκπαιδευτικού συστήματος που μας στέλνει τέτοιους αδρανοποιημένους εγκέφαλους - και αδρανοποιημενες ψυχές, υποπτεύμαι. Η τελεσίδικη αυτή ερμηνεία καθόλου δεν με παρηγορεί. Πάντα ορθώνεται μέσα μου το τεράστιο ερώτημα. Άν δεν είμαστε αλληλέγγειοι με το τερατώδες σύστημα, πώς μπορούμε σε προσωπική βάση να πράξουμε αντισταθμιστικά; Τι φταίνε αυτά τα παιδιά που τους νερούλιασαν το μυαλό; Κι όμως έχουν ακόμη χρόνο να ανατάξουν την προσωπικότητά τους. Εμείς τι κάνουμε; Ζητάμε ένα άλλοθι για να βολευτούμε στη θέση του κριτή; Δ εν γινόμαστε άραγε συνεργοί σε αυτή την γενεακή αδικία; Και που πάει το αίσθημα της ισότητας; Εμείς, για κάποιο λόγο είχαμε το προνόμιο να ξεκολήσουμε από την πνευματική αδράνεια και θα γίνουμε αυτό που είμαστε. Και μ' αυτούς που τώρα θα ήθελαν να ξεκολήσουν τι κάνουμε; Τους αφήνουμε αβοήθητους στον αγώνα της πνευματικής επιβίωσης κι όποιον πάρει ο Χάρος;
Είμαι ήδη εβδομηντάρης, αλλά δεν μπορώ να βρώ καμμιά δικαιολογία που να με βολεύει, μ'όλα όσα έχω κάνει και κατά την ομολογία φίλων ... έχω προσφέρει. Κι ύστερα; Τι μ' αυτό, όταν το πρόβλημα χαίνει έτσι αβυσσαλέο;

Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2007

Ημερολόγιο Αμφιθεάτρου -1





Στα δύο με τρία λεπτά που μου πήρε σήμερα για να περάσω την είσοδο, να ανεβώ τη σκάλα, να χαιρετίσω τους παρόντες και περαστικούς φοιτητές μου και να μπώ στην αίθουσα, κρατούσα συνέχεια στο μυαλό μου την διπλανή εικόνα από τον κήπο μου. Μερικοί θα νόμιζαν οτι το αφηρήμένο βλέμμα μου αντικατόπτριζε το τυπικό προσωπείο του αφηρημένου καθηγητή. ΄Ομως, δεν ήταν αυτό. Κρατούσα την εικόνα ως αντιστάθμισμα στον εμετικό διάκοσμο όλης της ζώνης που πέρασα μέχρι να φτάσω στον προορισμό του επόμενου τριώρου μου.


Επιγραφές και μουτζουρώματα. Χυδαίες - τις περισσότερες φορές ύβρεις για υποτιθέμενους "αλλους", αμφίβολοου χιούμορ καλαμπούρια και μπόλικα κακόγουστα σκίτσα. Αυτή ήταν η τρέχουσα συγκομιδή αισθητικών τεκμηρίων που είχε να αποδώσει το κομμάτι εκείνο της φοιτητικής μας κοινότητας που προφανώς δεν μπορεί παρά μόνο έτσι να εκφραστεί. Μέχρι το επόμενο άσπρισμα και μπογιάτισμα, η μόνη μου άμυνα θα είναι να κρατώ την ένθετη εικόνα για παρηγοριά και ελπίδα ότι μια μέρα η σιωπηλή Άνοιξη θα περάσει στις αναμήσεις - τους καούς εφιάλτες μας, καθώς οι χώροι μας θά πλημυρίσουν χαμογελαστούς φοιτητές που θα ξέρουν να κάνουν ιπποτική ξιφασκία με τις ιδέες τους αντί να αλληλο-βρίζονται και και να βρίζουν ολόκληρο τον ..."περιβάλλοντα χώρο" τους.


Όμως, δεν ήταν αυτό ακριβώς που θα ήθελα να γράψω στο σημερινό φύλο του Ημερολογίου Αμφιθεάτρου. Αλλού θα ήθελα να στρέψω τη προσοχή μου, αλλά η αναγούλα εκπήδησε ως πρώτη προτεραιότητα. Πού ήθελα να το πάω;


Μα, στο συνεχές δίλημμα που έχω όταν αρχίζω κάθε φορά τη δουλειά μου στη τάξη. Τι να προτάξω: Την ισότητα ή την δικαιοσύνη στην τρίωρη διαλεκτική συναλλαγή μου με τους φοιτητές που παρακολουθούν;


Τι σόϊ δίλημμα είναι αυτό; Θα το εξηγήσω στην επόμενη 'εγγραφή' μια κι ο χρόνος του διαλείματος τελειώνει.

Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2007

Ανοίγοντας μια πιθανή κουβέντα

Ανοίγοντας μια πιθανή κουβέντα
Όταν διάβαζα την Σιωπηλή Άνοιξη πρίν δυο δεκάδες τώρα χρόνια, ποτέ δεν φανταζόμουν οτι θα ξαναθυμόμουν την Rachel Carson αυτό τον καιρό για να βρώ αναλογία που θα μου ταίριαζε για να περιγράψω το τοπίο της Ελληνικής Εκπαίδευσης όπως το ζώ τώρα. Στο τοπίο αυτό είναι Άνοιξη, αιώνια Άνοιξη, αφού το κατοικούν στην συντριπτική πλειονότητά του νέα παιδιά και νέοι στον ανθό της ηλικίας τους. Είναι, όμως, σιωπηλή. Κι αυτό πληγώνει.


Σιωπηλή γιατί έχει αποστεωθεί σε ένα βασανιστικό γραφειοκρατικό σύστημα όπου οι μαθητές και φοιτητές δεν κελαϊδούν τις ελπίδες, τα όνειρά και τις προσδοκίες τους. Σιωπηλή γιατί εμείς οι εκπαιδευτικοί στεκόμαστε τρομαγμένοι μπροστά στον ίδιο τον εαυτό μας, όπως μας κατάντησε η θητεία χρόνων σε συμβιβασμούς με την συνείδησή μας.


Οι κραυγές και οι θόρυβοι - συλλαλητήρια, καταλήψεις, ρητορείες - έρχοναι απ' εξω. Με ντουντούκες διαπερνούν τα σύνορα του τοπίου και φέρνουν τις μύριες όσες επιδιώξεις εξωτικών βαρβάρων μέσα στο εκπαιδευτικό τοπίο. Κανένας ήχος δεν δημιουργείται από μέσα. Όλους μας τους έπιβάλλουν με τις δικές τους εξωτικές σκοπιμότητες και λογικές. Μετρούν ψήφους; Μετρούν επιρροή; Υπολογίζουν σε εκβιαστική δύναμη; Αυτοί ξέρουν.


Με μια τέτοια διάθεση από προχθές θέλησα να βγώ στην τρυφερίτσα- όπως μας έλεγε η γιαγιά μας, περισσότερο για ν' ακούσω τη φωνή μου και να σπάσω την καταθληπτική σιωπή του τοπίου, παρά γιατί θέλω να διαμυνήσω κάτι το σπουδαίο. Που ξέρεις, σκέφτηκα, μπορεί ένα λαλημα να προσελκύσει και άλλους τραγουδιστές. Η ελπίδα ποτέ δε πεθαίνει, έστω και είσαι - είμαι -