Τρίτη, 26 Μαΐου 2009

Οι οπτικές του πανεπιστημιακού Ζητήματος 6η συνέχεια


Τα μέλη του βοηθητικού ακαδημαϊκού προσωπικού (ιδιομορφία του ελληνικού συστήματος)

Αυτή η ομάδα συμφερόντων κατά τον Νόμο αποτελείται από το Ειδικό και Εργαστηριακό Διδακτικό Προσωπικό (ΕΕΔΙΠ) και το Ειδικό Τεχνικό Εργαστηριακό Προσωπικό (ΕΤΕΠ). Πάντοτε κατά τους ορισμούς το Νόμου, τα μέλη του Ειδικού και Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού (ΕΕΔΙΠ) επιτελούν ειδικό διδακτικό έργο (ΕΕΔΙΠ Ι) ή και εργαστηριακό/εφαρμοσμένο διδακτικό έργο (ΕΕΔΙΠ ΙΙ) στο Τμήμα. Το ΕΕΔΙΠ περιλαμβάνει κατόχους διδακτορικών, μεταπτυχιακών τίτλων και απλούς πτυχιούχους ΑΕΙ και ΤΕΙ και άλλους μη πτυχιούχους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Το Ειδικό Τεχνικό Εργαστηριακό Προσωπικό (ΕΤΕΠ) παρέχει έργο υποδομής στην εν γένει λειτουργία του Τμήματος προσφέροντας εξειδικευμένες τεχνικές εργαστηριακές υπηρεσίες για την αρτιότερη εκτέλεση του εκπαιδευτικού, ερευνητικού και εφαρμοσμένου έργου του Τμήματος. Το ΕΤΕΠ περιλαμβάνει κατόχους μεταπτυχιακών τίτλων, πτυχιούχους ΑΕΙ και ΤΕΙ ακόμη και μη πτυχιούχους.
Όπως θα παρατηρήσει ο προσεκτικός αναγνώστης, το έργο της ομάδας αυτής ορίζεται λειτουργικά, δηλαδή ως προς την ουσία των υπηρεσιών που ο καθένας παρέχει στο πανεπιστήμιο και όχι θεσμικά, δηλαδή ως προς την θέση του στην ακαδημαϊκή ιεραρχία. Το τυπικό προσοντολόγιο, εν τούτοις, των μελών είναι αρκετά ποικίλο και διακυμαίνεται από την κατοχή διδακτορικού τίτλου μέχρι απλούς πτυχίου ΤΕΙ ή και απολυτηρίου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Η διαφοροποίηση αυτή ως προς το προσοντολόγιο αποτελεί και σημαντικό παράγοντα εσωτερικών τριβών στην Ομάδα. Τριβών που λειτουργούν υποδόρια (π.χ. πολλοί διδάκτορες προσβλέπουν σε μεταπήδηση στον ομάδα των ΔΕΠ) και οι συνέπειές τους δεν εμφανίζονται αμέσως στο θεσμικό προσκήνιο. Εκδηλώνονται συνήθως με τη μορφή προσωπικών αντιπαλοτήτων σε συνδυασμό με δικτυώσεις και εξαρτήσεις πελατειακού χαρακτήρα με μέλη της ομάδας του ΔΕΠ. Τελικά, τα μισθολογικά ζητήματα καταλήγουν να είναι ο ισχυρότερος συνεκτικός δεσμός της Ομάδας, η οποία ως εκ τούτου συμπεριφέρεται περισσότερο σύμφωνα με τα πρότυπα του τυπικού μονίμου δημόσιου υπαλλήλου, παρά του μέλους της ακαδημαϊκής κοινότητας. Αυτό παρατηρείται, παρ’ ότι κατά Νόμο η Ομάδα αυτή εκπροσωπείται συλλογικά στις διαδικασίες ανάδειξης των διοικητικών και ακαδημαϊκών αρχών διεύθυνσης του πανεπιστημίου.
Είναι ενδιαφέρον να επισημάνουμε ένα καίριο στοιχείο της «ιστορίας» της Ομάδας αυτής που, κατά την άποψη μου, βοηθά στην κατανόηση της κρίσιμης σχέσης των μελών της Ομάδας με το πανεπιστήμιο ως σύστημα, σε άμεσο, μεσο-μακροπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο επίπεδο.
Η Ομάδα έλκει την καταγωγή της από τους «βοηθούς» και «επιστημονικούς» συνεργάτες» κατά κύριο λόγο της προ του Νόμου 1268 εποχής. Πολύ συνοπτικά, τα άτομα που αποτελούσαν τότε την ομάδα ήταν κατά βάση προσωπικές επιλογές των καθηγητών και εντεταλμένων υφηγητών χωρίς ουσιαστικές θεσμικές αρμοδιότητες και αντίστοιχο status στα πλαίσια του πανεπιστημιακού συστήματος. Μια πρώτη μεγάλη τομή έγινε στη διάρκεια της στρατιωτικής Δικτατορίας, όταν επιχειρήθηκε η συστηματική εκκαθάριση του χώρου με εργαλείο τα πιστοποιητικά πολιτικών φρονημάτων. Μερικά μέλη της Ομάδας διασώθηκαν, αλλά ο χώρος καταλήφθηκε από μεγάλο αριθμό νέων μελών που για να διοριστούν πέρασαν κατ’ ανάγκη από το φίλτρο ελέγχου των πολιτικών φρονημάτων τους. Όταν, προς το τέλος της Δικτατορίας, το Φοιτητικό Κίνημα έδειξε ανάστημα, σημαντικός αριθμός της Ομάδας προσκολλήθηκε σε αυτό, έτσι ώστε με την κατάρρευση της Δικτατορίας να βρεθούν σε προνομιακή θέση και να αναδείξουν καθοδηγητική ηγετική ομάδα που είχε αυξημένο κύρος σε σχέση με το μεταβατικό χαρακτήρα του φοιτητικού πληθυσμού. Ο ηγετικό πυρήνας της Ομάδας αναδέχτηκε το σύνθημα του εκδημοκρατισμού, που εμπεριείχε και την διαμόρφωση καινοφανών θεσμικών δυνατοτήτων μετάβασης των μελών της Ομάδας στον ακαδημαϊκό χώρο. Βασικό εργαλείο για την μετάβαση αυτή ήταν η εφεύρεση της δομής του ενιαίου ακαδημαϊκού φορέα που θα περιλάμβανε όλο το διδακτικό και ερευνητικό προσωπικό με διαβαθμισμένες ακαδημαϊκές ιδιότητες και στον οποίο έδινε πρόσβαση με συνοπτικές διαδικασίες στους πρώην βοηθούς, επιστημονικούς συνεργάτες κλπ., μέλη της Ομάδας αυτής.
Με τις «τακτοποιήσεις» των διαδοχικών νομοθετικών ρυθμίσεων των πρώτων χρόνων της Μεταπολίτευσης, επιστέγασμα των οποίων υπήρξε το Νόμος Πλαίσιο 1268/82, ο μεγαλύτερος αριθμός της Ομάδας πέρασε στο ακαδημαϊκό προσωπικό και αποτέλεσε, σε πολλές περιπτώσεις, τον πυρήνα ανανέωσής του εκ των κάτω, με όλες τις συμπαρομαρτούσες συνέπειες, πολλές των οποίων διακτινίζονται μέχρι τις μέρες μας.
Μετά τις «τακτοποιήσεις» αυτές, η Ομάδα επανασυστήθηκε στα πλαίσια, τώρα, ριζικά διαφορετικού θεσμικού πλαισίου που της στερούσε τον αρχικό δυναμισμό της. Το σύστημά της έχει ήδη ισορροπήσει, ως υποσύστημα του πανεπιστημίου που βρίσκεται σε ιεραρχική υποταγή έναντι του ΔΕΠ. Η νέα κατάσταση έθεσε με νέο περιεχόμενο το ζήτημα της αυτονομίας του, τη φορά αυτή με έντονη δημοσιοϋπαλληλική χροιά μάλλον, παρά ακαδημαϊκή. Η νέα ταυτότητα της Ομάδας φαίνεται ήδη έκδηλα μέσα από τις συνδικαλιστικές πλατφόρμες της (βλ.
π,χ . http://users.uoi.gr/etepuoi/ ) Ο ρόλος της στην διαμόρφωση της δυναμικής των ισορροπιών του πανεπιστημίου είναι πλέον οριακός, μεν, αλλά όχι ασήμαντος. Η δύναμη της Ομάδας οφείλεται τώρα κατά κύριο λόγο στη λειτουργία του συστήματος ανάδειξης των διοικητικών οργάνων του Πανεπιστημίου, όπου η δύναμη της οριακής ψήφου μπορεί να πάρει εξαιρετικές διατάσεις σε συνθήκες επισφαλούς ισορροπίας των πελατειακών συμμαχιών.
Η Ομάδα συμφερόντων των ΕΤΕΠ κλπ. διαπλέκεται σήμερα περισσότερο με την Ομάδα συμφερόντων του διοικητικού προσωπικού παρά με την Ομάδα του ακαδημαϊκού προσωπικού. Η παρέμβασή της κυρίως σε διεκδικήσεις οικονομικού χαρακτήρα και για θέματα «υπηρεσιακής κατάστασης» εκδηλώνεται ευκαιριακά με προσκόλληση σε κινήσεις των φοιτητικών παρατάξεων και των παρατάξεων του ΔΕΠ μέσα στα πλαίσια μιας επίπλαστης αγωνιστικής ενότητας που καλύπτει ανομοιογενή συμφέροντα κάτω από ιδεολογικές προμετωπίδες και προσχηματικές θέσεις γενικού χαρακτήρα σε ότι αφορά συνήθως τις μαζικές κινητοποιήσεις του ακαδημαϊκού ανθρώπινου υλικού.
Η μέχρι τώρα εμπειρία έχει δείξει ότι η Ομάδα τελεί σε ισορροπία όταν εξασφαλίζει σε ικανοποιητικό βαθμό τις προσδοκώμενες οικονομικές απολαβές σε συνδυασμό με συντεχνιακά προνόμια δημοσιοϋπαλληλικής προστασίας.
Σαφή εικόνα της οπτικής που διαμορφώνει η Ομάδα αυτή για το πανεπιστημιακό ζήτημα δεν έχουμε ελλείψει, και στην περίπτωση αυτή, τεκμηριωμένων εμπειρικών ερευνών. Κατά κανόνα, τα συνδικαλιστικά όργανά της αντιγράφουν και επαναλαμβάνουν στερεότυπες θέσεις πολιτικού χαρακτήρα που διαμορφώνονται από τις πολιτικές παρατάξεις με την ευκαιρία των ποικίλων μαζικών κινητοποιήσεων.
Η σύνθεση, συμπεριφορά και δυναμική αυτής της Ομάδας συμφερόντων έχει σημαντικές ιδιοτυπίες σε ότι αφορά την ελληνική περίπτωση. Οι ιδιοτυπίες ανάγονται κατά κύριο λόγο στην ιστορία ανάδειξής της και στην παράδοση που αυτή γέννησε μέσα στα πλαίσια των αντίστοιχων εξελίξεων μετά την Μεταπολίτευση. Η βασική διαφορά με τις αντίστοιχες ομάδες συμφερόντων στις άλλες Δυτικές Χώρες έγκειται κυρίως στο εργασιακό status των μελών της. Με κίνδυνο σφάλματος υπεργενίκευσης μπορούμε να παρατηρήσουμε συνοπτικά ότι στα μεν πανεπιστήμια του αγγλοσαξονικού χώρου, οι υπηρεσίες που παρέχονται από τα μέλη μιας τέτοιας ομάδας προσφέρονται σε μεγάλο βαθμό από υποψήφιους διδάκτορες και άλλους μεταπτυχιακούς φοιτητές που τους έχουν δοθεί αντίστοιχες ‘υποτροφίες’ στη διάρκεια των σπουδών τους με αντιστάθμισμα της παροχή υπηρεσιών βοηθητικής διδασκαλίας, εργαστηριακής υποστήριξης και ερευνητικής συνεργασίας με μέλη του διδακτικού προσωπικού. Η σύνθεση της Ελληνικής Ομάδας μοιάζει περισσότερο με εκείνη που υπάρχει στις χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης και ιδίως της Γαλλίας και Ιταλίας. Και πάλι, όμως, τόσο η ιστορική προέλευση του κλάδου, όσο και η δημοσιοϋπαλληλική απόκλιση της κλαδικής κουλτούρας του είναι σαφώς εντονότεροι παράγοντες διαφοροποίησης της Ελληνικής εκδοχής.

Δεν υπάρχουν σχόλια: