ΟΙ ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ
ΕΙΧΑΝ ΗΔΗ ΧΑΘΕΙ
Τα θεμέλια του κακού τοποθετήθηκαν νωρίς
Σε ερωτηματολόγιο για επιστημονικά έρευνα που μου υποβλήθηκε, απάντησα ως εξής σχετικά με τις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις του 1976 και 1964. Αναρτώ το σχετικό κείμενο, επειδή πολλές από τις απαντήσεις μου ερμηνεύουν πρωθύστερα ορισμένες βασικές απόψεις που εκφράζω σήμερα για τα τεκταινόμενα στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση.
1.Ερώτηση : Δέχεστε τον όρο αστική μεταρρύθμιση για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1976; (Δεδομένου ότι υπάρχουν απόψεις που τη θεωρούν συντηρητικότερη προσπάθεια απ αυτή του 1964)
Η μεταρρύθμιση του ’76 ήταν μια εκσυγχρονιστική παρέμβαση που έλυσε ορισμένα από τα ακραία ζητήματα δογματικής προκατάληψης που βασάνιζαν την ελληνική εκπαίδευση και την κρατούσαν δέσμια πολιτισμικών απολιθωμάτων. Τέτοια απολιθώματα ήταν κατ’ εξοχήν η διάκριση των φύλλων στα σχολεία και η διατήρηση της παραλυτικής διάκρισης ανάμεσα στη γλώσσα που μιλούσαν τα παιδιά στην καθημερινότητά τους και στην επίσημη γλώσσα που προσπαθούσε να τους επιβληθεί άνωθεν από την κρατική εξουσία. Αυτές ήταν αλλαγές που έπρεπε να είχαν ήδη επέλθει από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου αλλά καθυστέρησαν ως απότοκο του κοινωνικού και πολιτικού διχασμού που κορυφώθηκε με τον Εμφύλιο Πόλεμο και διαιωνίστηκε για δύο ακόμη δεκαετίες μετά το τέλος του.
Τα υπόλοιπα μεταρρυθμιστικά μέτρα αναφέρονται σε τρείς διαφορετικούς σκοπούς: (α) Την διεύρυνση της προσβασιμότητας στην εγκύκλια εκπαίδευση (εννεαετής υποχρεωτική φοίτηση), (β) Την ενίσχυση της χρησιμοθηρικής (utilitarian) αξίας της εγκύκλιας εκπαίδευσης (Διαχωρισμός δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σε δύο αυτοτελή επίπεδα :τριετές γυμνάσιο –τριετές λύκειο και
δημιουργία διπλού σχολικού δικτύου : γενικό λύκειο –τεχνικά-επαγγελματικά λύκεια και η προσπάθεια στροφής στην τεχνική-επαγγελματική εκπαίδευση) και (γ) τον εκσυγχρονισμό της φιλοσοφίας της εκπαίδευσης ως συντελεστή πολιτισμικής διαμόρφωσης (καθιέρωση της νεοελληνικής γλώσσας ως επίσημης γλώσσας του κράτους, κατάργηση διδασκαλίας αρχαίων ελληνικών στο Γυμνάσιο και κατάργηση σχολείων αρρένων –θηλέων και δημιουργία μεικτών σχολείων )
Και οι τρείς στόχοι δυστυχώς δεν εκφράσθηκαν με ρητά στα επίσημα έγγραφα, αλλά συνάγονται από τα συμφραζόμενα και για τον λόγο αυτό οι μεταρρυθμιστές δεν αισθάνθηκαν την ανάγκη να διατυπώσουν τις αναλυτικές θέσεις τους που θα μπορούσαν να τεθούν σε ουσιαστικό διάλογο ουσίας. Έτσι, διαβάζοντας ανάμεσα από τις γραμμές των θεσμικών κειμένων (νομοθετικών, υπουργικών αποφάσεων και εγκυκλίων εφαρμογής) μπορεί κανείς να καταλήξει στις εξής γενικές αξιολογήσεις:
Γενικά, η μεταρρύθμιση του ’76 ήταν μια δειλή και ατελής εκσυγχρονιστική απόπειρα για να προσαρμοστεί η εκπαίδευση στα πρότυπα της παγιούμενης ήδη ελληνικής αστικής κοινωνίας. Με εξαίρεση το γλωσσικό ξεκαθάρισμα, τα υπόλοιπα «μέτρα» ακούμπησαν σε επιδερμικές αλλαγές και δεν διείσδυσαν στον πυρήνα του εκπαιδευτικού ζητήματος που είναι το περιεχόμενο και η παιδαγωγική της εγκύκλιας εκπαίδευσης. Δεν άγγιξαν επίσης με σοβαρό τρόπο το ζήτημα της ποιοτικής βελτίωσης του ανθρώπινου δυναμικού της εκπαίδευσης, το οποίο, αφημένο στους αυτοματισμούς της εσωτερικής δυναμικής του, μετατράπηκε βαθμιαία σε συντεχνία και ομάδα πίεσης που ενεργεί – άσχετα από τα φωτεινά εξατομικευμένα αντίθετα παραδείγματα – ως γραφειοκρατικός πληθυσμός χωρίς αφοσίωση στην αποστολή του.
Ειδικότερα:
Η ενίσχυση της προσβασιμότητας έγινε δια μέσου της επιμήκυνσης των ετών υποχρεωτικής εκπαίδευσης και σε μεγάλο βαθμό αγνοήθηκε η ταξική διαφοροποίηση που σε πολλές περιπτώσεις παρέμεινε ως ισχυρός συντελεστής απομάκρυνσης των παιδιών από το σχολείο παρά την υποχρεωτικότητα.
Σε ότι αφορά την ενίσχυση του χρησιμοθηρικού προσανατολισμού, που διακρίνεται μάλλον σαφώς ως προσανατολισμός της εγκύκλιας εκπαίδευσης σε «χρήσιμες» γνώσεις και δεξιότητες που σε απώτερη αναφορά σχετίζονται με την απόκτηση προσόντων για απασχόληση, τα μεν γενικά σχολεία ούτε προσαρμόστηκαν πραγματικά στις απαιτήσεις των σπουδών τριτοβάθμιου επιπέδου, αλλά ούτε και αυτονομήθηκαν, ώστε τα ενδεικτικά τους να έχουν αυτοδύναμη αξία για είσοδο στην αγορά εργασίας. Τα δε τεχνικά σχολεία σχεδιάστηκαν περισσότερο ως σχολεία για «υποδεέστερους» μαθητές παρά ως ιδρύματα που ικανοποιούν ζήτηση για βραχύτερο δρόμο προς την αγορά εργασίας από μαθητές ολόκληρου του φάσματος μαθησιακών ικανοτήτων και διαθέσεων. Με τον τρόπο αυτό, τα δεύτερα σύντομα υποβαθμίστηκαν στα μάτια της κοινής γνώμης και των γονέων, και κατέληξαν σε σχολεία χαμηλής επιλογής. Ο διαχωρισμός πάλι των δευτεροβάθμιων σχολείων στα δύο διαδοχικά επίπεδα (γυμνάσιο – λύκειο) εξ αρχής έχασε την διακριτότητά του με αποτέλεσμα απλώς να θεωρείται μια τυπική διάκριση επιπέδου ανάλογα με την ηλικία των μαθητών, αντί να αναδείξει ξεχωριστή εκπαιδευτική φυσιογνωμία για καθένα τους ξεχωριστά.
Σε ότι αφορά, τέλος, την αλλαγή στην φιλοσοφία του περιεχομένου της εκπαίδευσης, η μεταρρυθμιστική παρέμβαση έμεινε στην επιδερμίδα του ζητήματος με τρόπο ώστε εν τέλει να οδηγήσει ακόμη και σε αντίθετα από τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα: Εν τέλει θεσμοθετήθηκε μια ενιαία γλώσσα αλλά η εκπαίδευση έμεινε χωρίς συστηματική γλωσσική άσκηση, τα αρχαία εμπεδώθηκαν στο αναλυτικό πρόγραμμα μια τυπικά πιο προσβάσιμη μορφή, αλλά χωρίς να προωθείτε ούτε στοιχειωδώς καν κλασσική παιδεία, κ.ο.κ.
2.Ερώτηση : ποιοί λόγοι θεωρείτε ότι οδήγησαν την τότε πολιτική ηγεσία να επιλέξει και να εφαρμόσει τελικά μια μεταρρύθμιση που αρκετά μέτρα της -σύμφωνα και με τη μαρτυρία του Γεωργίου Ράλλη - ήταν δομημένα και χτισμένα στη μεταρρύθμιση του ΄64, ενώ στην προσπάθεια εφαρμογής τους το ΄64 είχε αντιταχθεί με σθένος ;
Οι λόγοι είναι προφανείς: Η δικτατορία κατακρήμνισε την ηγεμονική ιδεολογία της δεξιάς που περιλάβαινε στους άξονές της και την εθναμυντορική θέση υπέρ της καθαρεύουσας και των εθνοθρησκευτικών δογμάτων που χαρακτήριζαν, μέχρι τότε, την δημόσια παιδεία. Η μεταπολίτευση ήταν αναγκασμένη να αποδεχτεί αυτή την ανατροπή που είχε γίνει ήδη σιωπηρά στην συντριπτική πλειονότητα της κοινωνίας. Επιπρόσθετα, το αίτημα της μαζικοποίησης της εκπαίδευσης, δηλαδή της διευκόλυνσης της πρόσβασης στην εγκύκλιο εκπαίδευση και την τριτοβάθμια, προϋπέθετε μια δραστική αλλαγή στα αναλυτικά προγράμματα ώστε να απαλλαγούν από άχρηστα παραφερνάλια ενός στρεβλού ελιτισμού που μεταφραζόταν απλώς σε αναίτια δυσχέρανση της πρόσβασης «στα γράμματα» των παιδιών που προέρχονταν από τις αγροτικές κοινωνίες και τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Συνοπτικά θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι ο βασικός λόγος της μεταρρύθμισης ήταν η συμπόρευση προς το κοινό αίσθημα το οποίο οι συντηρητικές παρατάξεις είχαν δραματική ανάγκη, ύστερα από την αποκοπή τους από την πολιτική ζωή εξ αιτίας της έμμεσης ή άμεσης συνενοχής τους στην στρατιωτική δικτατορία. Αποτέλεσμα αυτής της νέας οπτικής των συντηρητικών δυνάμεων ήταν οι μεταρρυθμίσεις τους ’64, που τις είχαν πολεμήσει ως «αντεθνικές», να φαίνονται τώρα ανεκτές ως και επιθυμητές.
3.Ερώτηση : Υπήρξε σημαντική και ισχυρή αντίδραση από μεγάλο μέρος ψηφοφόρων και βουλευτών του τότε κυβερνώντος κόμματος όσον αφορούσε στην καθιέρωση της δημοτικής ως επίσημης γλώσσας. Τί φόβιζε τη δεξιά παράταξη και εναντιωνόταν τότε; Τι αντίκτυπο πιστεύετε πως είχε στην πολιτική παράταξη που την επέλεξε και την προώθησε και στον τότε υπουργό Γ. Ράλλη η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του ΄76;
Στη μεγάλη πλειονότητά της η κοινοβουλευτική εκπροσώπηση της δεξιάς μετά την δικτατορία δεν διέφερε ή ήταν συνέχεια της προδικτατορικής ιστορίας της. Επομένως, τα στερεότυπα του αντιδραστικού εθνικισμού παρέμεναν εγχαραγμένα στις πεποιθήσεις και συμπεριφορές του πολιτικού προσωπικού της Δεξιάς. Μπορεί να πει κανείς ότι οι εσωτερικές αντιδράσεις στην μεταρρύθμιση Ράλλη, ήταν ένα είδος οπισθοφυλακής που μάχονταν για παλιές δόξες. Ειδικά σε ότι αφορά τη γλώσσα, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο γνώμονας αποδοχής ήταν ο βαθμός συγγένειας με την αρχαία, ως πιστοποιητικό του μύθου της εθνικής φυλετικής συνέχειας. Αυτή η στρεβλή ιδεολογική κατασκευή δεν ήταν καθόλου εύκολο να εκβληθεί από την πολιτική κουλτούρα των συντηρητικών, όσο κι αν έβλεπαν ότι η δικτατορία την είχε εκφυλίσει σε καρικατούρα που όφειλαν να αποκηρύξουν για να σωθούν από την γενική κατακραυγή. Τελικά η μεταρρύθμιση Ράλλη διευκόλυνε την Δεξιά να ενσωματωθεί στις νέες συνθήκες της μεταπολίτευσης και να βρει κρίκους σύνδεσής της με το Κέντρο. Αυτό φάνηκε, άλλωστε, με τις μαζικές μετακινήσεις στελεχών της πρώην Ενώσεως Κέντρου προς την Νέα Δημοκρατία, από τις οποίες η παράταξη αυτή εμπλουτίστηκε με νέο αίμα και μεγαλύτερα περιθώρια ανοχής στο εκλογικό σώμα.
4.Ερώτηση : Καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας: Τι προσδοκίες είχε το ΠΑΣΟΚ από την εφαρμογή του συγκεκριμένου μέτρου;
Κατά τη γνώμη μου, το ΠΑΣΟΚ αντέδρασε στην καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας με συμπλεγματικό τρόπο: Φοβήθηκε ότι ο Ράλλης του «έκλεβε» ένα δικαιωματικά δικό του σύνθημα και προσπάθησε να το συκοφαντήσει για να το εξουδετερώσει ως «προίκα» της Κεντροδεξιάς που εκείνο τον καιρό απλώνονταν ως κυρίαρχη δύναμη εξουσίας. Έτσι, έχασε την ευκαιρία να σπρώξει τα πράγματα προς την πραγμάτωση ενός πραγματικού προοδευτικού στόχου, δηλαδή την αξιοποίηση της δημοτικής ως εργαλείου για ένα καλλίτερο αναλυτικό πρόγραμμα στην εκπαίδευση. Πιστεύω ότι χάθηκε μια ευκαιρία για σημαντικές κατακτήσεις, τις οποίες ο Ράλλης θα ήταν μάλλον έτοιμος να παραχωρήσει σε αντάλλαγμα την διεύρυνση της πολιτικής επιρροής του. Ήταν και αυτό ένα από τα κλασσικά σφάλματα της Αριστεράς, που εμμένοντας στην ολοκληρωτική επικράτησή της παραβλέπει τον «βελτιωτικό» ρόλο που μπορεί να παίξει ακόμη και υπό συνθήκες αντίπαλης κοινοβουλευτικής πλειονοψηφίας. Ας μη λησμονούμε, ότι ήταν η περίοδος που το ΠΑΣΟΚ περνούσε την «μαρξιστική» παιδική του ηλικία και ως εκ τούτου απεχθανόταν κάθε υποψία σοσιαλδημοκρατικού «βελτιωτισμού» δηλαδή κατάκτησης βήμα προς βήμα προοδευτικότερων δημόσιων πολιτικών έστω και από εξαναγκασμένους προς τούτο πολιτικούς αντιπάλους.
5.Ερώτηση : Για την παγερότητα της Βουλής στην επίσημη αναγγελία της εφαρμογής της δημοτικής υπήρχε η άποψη (Γ. Λαμψίδης, "Οι περιπέτειες της δημοτικής", σελ. 239) ,ειδικά όσον αφορούσε το ΠΑΣΟΚ, ότι "δεν μπορούσε να χειροκροτήσει το τρίτο ,τότε, κόμμα μέσα στη Βουλή απόφαση που προερχόταν από την κυβερνητική πλευρά, με την άποψη που είχε τότε ότι κάθε κυβερνητική πρόταση ή νομοσχέδιο έπρεπε να αποκρουστεί ,επειδή, κατά κανόνα, αντίκειται στα λαϊκά συμφέροντα". Ποιά η δική σας τοποθέτηση;
Η προηγούμενη απάντησή μου ισχύει και για την ερώτηση αυτή.
6.Ερώτηση : Αν σας ρωτούσα πως κρίνετε σήμερα την τότε εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και το συγκεκριμένο εκπαιδευτικό μέτρο για την εφαρμογή της δημοτικής γλώσσας, αλλά και αυτό της εννεάχρονης υποχρεωτικής εκπαίδευσης, σε συσχετισμό με ό,τι ακολούθησε στο σύγχρονο σχολείο, που χαρακτηρίζεται ως σχολείο της αμάθειας και της ήσσονος προσπάθειας ,τι θα μου λέγατε ; Θεωρείτε πως η καθιέρωση της δημοτικής και της υποχρεωτικής εννεάχρονης εκπαίδευσης πέραν των υπολοίπων συνέβαλε και στην εμπέδωση και διαμόρφωση αυτού που ονομάζεται μαζική Δημοκρατία ;
Η μεταρρύθμιση υπήρξε κολοβή και ατελής, κατά το ότι δεν πήγε στο βάθος των αναλυτικών προγραμμάτων. Ως εκ τούτου, τα αναμφισβήτητα θετικά στοιχεία της, όπως είναι η καθιέρωση της δημοτικής, το εννιάχρονο της υποχρεωτικής εκπαίδευσης και ορισμένα άλλα, έμειναν στην επιφάνεια και δεν επηρέασαν λειτουργικά την εκπαίδευση. Το «σχολείο της αμάθειας και της ήσσονος προσπάθειας» προέκυψε στη συνέχεια μέσα από την εμπλοκή του εκπαιδευτικού συνδικαλισμού στη δυναμική της εκπαιδευτικής εξέλιξης. Δυστυχώς η εμπλοκή αυτή υπήρξε εν πολλοίς έργο του ΠΑΣΟΚ το οποίο, εν τούτοις, ενθουσιωδώς εγκολπώθηκε τόσο η Κεντροδεξιά όσο και πέραν του ΠΑΣΟΚ Αριστερά. Με σημαία την αποεντατικοποίηση της δουλειάς των εκπαιδευτικών, εγκλωβίστηκαν οι μαθητές σε μια γραφεικρατικοποιημένη εκπαίδευση χωρίς στόχους, χωρίς αξιολογήσεις, χωρίς έλεγχο και χωρίς δημιουργική καινοτομία. Ο μαθητικός πληθυσμός υπήρξε το μεγάλο θύμα, αλλά θύτης υπήρξε το σώμα των εκπαιδευτικών με την αγαστή συνέργεια σχεδόν όλων των πολιτικών δυνάμεων. Δύο χαρακτηριστικά των περιστάσεων αξίζει να ερευνηθούν και να αναλυθούν περισσότερο ως ερμηνευτικοί παράγοντες των θλιβερών αυτών εξελίξεων: Πρώτον, είναι τυχαίο άραγε ότι όλοι οι πρώτοι Υπουργοί Παιδείας του ΠΑΣΟΚ προέρχονταν από τις τάξεις των φοιτητικών και εκπαιδευτικών συνδικαλιστών; Και δεύτερον, πως εξελίχθη η κατ’ οίκον εργασία των εκπαιδευτικών; Αν ρωτήσουμε σήμερα τον τυπικό εκπαιδευτικό του δημόσιου συστήματος «πόσα τετράδια παίρνει στο σπίτι για διόρθωση», τι απάντηση θα πάρουμε;
Οι παράγοντες αυτοί, συσχετίστηκαν και με το αίτημα της δήθεν «αντικειμενικοποίησης» των εξετάσεων κάθε μορφής και επιπέδου, που κατέληξε σε άθλια, κατά την πλειονότητά τους, διδακτικά βιβλία, και στην αποστέωση της διδασκαλίας σε ασκήσεις μνημόνευσης, δηλαδή παπαγαλίας. Τα ζητήματα αυτά έχουν μείνει αδιερεύνητα επιστημονικά και συνιστούν ζώνες όπου επωάζονται τα χείριστα μέχρι τις μέρες μας.
7.Ερώτηση : Σε ομιλία του εκπροσώπου του ΠΑΣΟΚ, Απόστολου Κακλαμάνη, στη Βουλή στις 5 Απριλίου 1976, σε σχέση με τη γλώσσα αναφέρεται : «το νομοσχέδιο "εις άπταιστον καθαρεύουσαν" εισάγει τη δημοτική γλώσσα -την νεοελληνική όπως την λέγει-"συντεταγμένην ανευ ιδιωματισμών και ακροτήτων". Ο κύριος υπουργός της Παιδείας είπε στην Επιτροπή, ότι η γραμματική του Τριανταφυλλίδη έχει παραδοθεί ήδη σε κάποια Επιτροπή που συγκροτήθηκε, "δια να απαλλαγή'', να εκκαθαριστεί, "από τας ακρότητας". …Λυπάμαι και τον μακαρίτη τον Τριανταφυλλίδη και την γραμματική του και για τη δημοτική που θα τους παραδοθεί τα παιδιά μας και την Παιδεία του λαού μας».
Η εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας θεωρείτε πως δικαίωσε αυτή την ανησυχία του ΠΑΣΟΚ ; Τότε το ΠΑΣΟΚ γιατί διαφωνούσε με την αναμόρφωση της γραμματικής του Τριανταφυλλίδη;
Δεν επαληθεύθηκαν οι φόβοι, που κατά την άποψή μου αποτελούσαν απλώς αντιπολιτευτική ρητορεία. Νομίζω ότι η λύση που δόθηκε στο γλωσσικό ζήτημα αποδείχθηκε ότι είχε το προτέρημα να απελευθερώνει για πρώτη φορά στην νεώτερη ιστορία μας, την γλωσσική εξέλιξη από τα έξωθεν και για αντιφατικές σκοπιμότητες επιβαλλόμενα καλούπια. Η γλώσσα είναι ένας ζωντανός και δυναμικός κοινωνικός θεσμός που αξίζει να προστατεύεται ως προς την ελευθερία της αυτοδιάπλασής του. Άλλως γίνεται εργαλείο για άλλες σκοπιμότητες που αποδείχθηκε ότι ούτε οι ίδιες καν δεν εξυπηρετούνται. Απλώς οδηγούν σε αγκυλώσεις και χαοτικές διαφοροποιήσεις που κάνουν την κοινωνική επικοινωνία, αλλά και την φιλολογία λιγότερο αποτελεσματική και ελεύθερη.
8.Ερώτηση : η κατάργηση της διδασκαλίας των αρχαίων κειμένων από το γυμνάσιο -μέτρο της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του ΄76-ως παράταξη σας βρήκε σύμφωνους και αν ναι,γιατί;
Δεν συμφώνησα ποτέ με την κατάργηση της διδασκαλίας αρχαίων κειμένων, ενώ διαφώνησα έντονα με τον τρόπο που παραδοσιακά γίνεται στην χώρα μας. Η αρχαία ελληνική γραμματεία είναι φορέας ιδεών και τρόπων σκέψης. Ως τέτοια ουδέποτε διδάχτηκε στο ελληνικό σχολείο. Αυτός όμως δεν είναι λόγος για να καταργηθεί η διδασκαλία της. Αντίθετα επιβαλλόταν να οδηγήσει στην αλλαγή του τρόπου προσέγγισής της. Έτσι, σήμερα, δεν υπάρχει το απαραίτητο ανθρωπιστικό αντίβαρο στην τεχνοκρατική και οικονομοκεντρική προσέγγιση του πολιτισμού που σε τελευταία ανάλυση εκπαιδεύει «κακούς» πολίτες.
9.Ερώτηση: Τόσο ο κύριος Γεώργιος Ράλλης όσο και ο Β. Κοντογιαννόπουλος ,υπουργός Παιδείας και υφυπουργός αντίστοιχα στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1976, ανέφεραν ότι μία άλλη "επανάσταση" που έφερε η συγκεκριμένη μεταρρύθμιση, αναίμακτη ευτυχώς, ήταν αυτή της καθιέρωσης των μικτών σχολείων και της κατάργησης αρρένων και θηλέων.
Πως αντιμετωπίστηκε τότε από το ΠΑΣΟΚ το συγκεκριμένο μέτρο; Θεωρείτε πως επέδρασε θετικά στην εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας
Η μετάβαση στα μικτά σχολεία ήταν επιταγή εποχής και ορθώς θεσμοθετήθηκε. Δεν μπορώ να ειπώ ότι ήταν «επανάσταση», αλλά οπωσδήποτε επισφράγισε την κοινωνική συμφιλίωση των φύλων που είχε ήδη κατακτηθεί στην λοιπή κοινωνία. Ευτυχώς, παρά τις ρητορικές αντιδράσεις στα πλαίσια της κοινοβουλευτικής συζήτησης, το ΠΑΣΟΚ αποδέχθηκε την αλλαγή.
10.Ερώτηση : Ο κ. Κοντογιαννόπουλος σε αναφορά στην Τεχνική εκπαίδευση μας είπε«Η προσπάθειά μας ήταν να ανεβάσουμε το επίπεδο, να καταπολεμήσουμε την αντίληψη πως είναι παρακατιανά σχολεία, να αναβαθμίσουμε την εργασία και να εξασφαλίσουμε εργατικό δυναμικό αλλά σε όλη την κλίμακα ποιότητας.. Αλλά μπορώ να πω ότι η προσπάθεια αυτή τελικά απέτυχε».
Ο ίδιος ο Γ. Ράλλης σε προσωπική του συνέντευξη μας ανέφερε «η προσπάθεια αυτή απέτυχε γιατί δεν υποστηρίχτηκε από τις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις και κυρίως από το Πασοκ που μας διαδέχθηκε στην εξουσία και ουσιαστικά διέγραψε κάθε προσπάθεια μας σ΄αυτόν τον τομέα». Ο κ. Ι. Αλευράς σε ομιλία του στη βουλή στις 24 /2/1977 τόνιζε ότι το νομοσχέδιο αυτό χαρακτηριζόταν «από προχειρότητα και αυτοσχεδιασμό και εμφανής είναι η υποβάθμιση της τεχνικής κατάρτισης». Στα περί κατασυκοφαντήσεως του νομοσχεδίου ανταπαντούσε στον τότε υπουργό Παιδείας πως δεν αποδέχονταν το συγκεκριμένο νομοσχέδιο «όχι μόνο οι εκπρόσωποι του Κοινοβουλίου αλλά και ολόκληρος ο τεχνικός κόσμος της χώρας, οι οποιοιδήποτε σύλλογοι, το τεχνικό Επιμελητήριο ,οι σύλλογοι μηχανικών, πτυχιούχων του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, οι εκπαιδευτικοί της τεχνικής Παιδείας ,οι φοιτητές, οι μαθητές. Προφανώς όλοι αυτοί αντιτίθενται και δίκαια διότι υποδεικνύουν σαφώς και κατηγορηματικώς τα ελαττώματά του νομοσχεδίου»
α)Για ποιους λόγους θεωρείτε πως απέτυχε η συγκεκριμένη προσπάθεια; Αποδέχεσθε μερίδιο ευθύνης του ΠΑΣΟΚ τότε για τη μη επιτυχή εφαρμογή της εκπαιδευτικής πολιτικής του ΄76 στην τεχνικο-επαγγγελματική εκπαίδευση;
β) θεωρείτε πως η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του ’76 στην τεχνική εκπαίδευση με την εισαγωγή του δυτικού μοντέλου του διπλού σχολικού δικτύου, έχει επηρεάσει τη σημερινή κατάσταση της τεχνικής εκπαίδευσης ;
Νομίζω ότι και τα δύο κόμματα δεν μπόρεσαν να κατανοήσουν την βασική δυναμική που μονίμως στη χώρα μας φέρνει την κοινωνία – και κατά τούτο πολιτικούς χώρους που έχουν αναλάβει να την εκπροσωπούν – σε αντίθεση προς την τεχνική και επαγγελματική υποχρεωτική εκπαίδευση. Κατά την γνώμη μου, το κινούν αίτιο σε αυτή την παράδοξη συμπεριφορά είναι η παγιωμένη αντίληψη ότι εκπαίδευση οφείλει στο τέλος να προικίζει τον εκπαιδευόμενο όχι με ένα πιστοποιητικό μαθησιακών ικανοτήτων, αλλά με ένα τίτλο δικαιώματος για πρόσβαση στο Δημόσιο και τους άλλους κρατικά ρυθμιζόμενους χώρους της αγοράς εργασίας. Ως εκ τούτου, αφού η επαγγελματική και τεχνική εκπαίδευση δεν δίδει αυτόν το τίτλο στην πιο προσοδοφόρο μορφή του, θεωρείται, γενικά, κατώτερη κατηγορία εκπαίδευσης. Σε μια εποχή όπου το 65% περίπου του «επιστημονικού» (γράφε, πτυχιούχων) εργατικού δυναμικού το απορροφούσε ο δημόσιος τομέας (κυρίως, ευρύτερος και κρατικά ρυθμιζόμενος) πώς ήταν δυνατό να τιθασευτεί η επιθυμία μιας ρευστής κοινωνίας για κοινωνική αναρρίχηση δια μέσου της εκπαίδευσης;
Είναι φανερό, ότι χωρίς διορθωτική επέμβαση στην στρεβλή κατά τα ανωτέρω αγορά εργασίας, η τεχνική εκπαίδευση δεν είχε καμία ελπίδα να πετύχει όσα έστω έχει πετύχει στη υπόλοιπη Ευρώπη. Αυτός είναι θεμελιώδης λόγος αποτυχίας της μεταρρύθμισης Ράλλη, αλλά ο ίδιος είναι και ο λόγος για τον οποία και το ΠΑΣΟΚ δεν μπόρεσε ούτε κατά την εικοσαετή θητεία του να στήσει μια αποτελεσματική τεχνική και επαγγελματική υποχρεωτική εκπαίδευση. Σήμερα, με την έκπτωση του Δημοσίου ως ασφαλούς εργοδότη και κλίμακας κοινωνικής αναρρίχησης, οι συνθήκες βοηθούν για μια νέα προσέγγιση του ζητήματος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα είναι αυτή τη φορά ένα εύκολο εγχείρημα.
.
11.Ερώτηση : ποια κοινά σημεία υπάρχουν στην εκπαιδευτική μεταρρύθμισή του 1976 και στις επόμενες εκπαιδευτικές αλλαγές που οριοθετήθηκαν μετά το 1982 (1985 -1566/85 – υπουργός παιδείας : Απ. Κακλαμάνης και 1997 - 2525/97 - υπουργός παιδείας : Γ. Αρσένης) με το ΠΑΣΟΚ κυβερνών κόμμα; Αποδέχεσθε την άποψη πως ουσιαστικά το ΠΑΣΟΚ συνέχισε την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1976 εξελίσσοντας τη σε κάποια σημεία ή ορισμένους θεσμούς;
Πράγματι, το ΠΑΣΟΚ, κατ’ ουσία συνέχισε την πολιτική που εγκαινιάστηκε το 1976, μια εν τούτοις κρίσιμη διαφορά: Συνέδεσε προοδευτικά συνεχώς και περισσότερο την εκπαιδευτική πολιτική με κοινωνικές συμπληρωματικές πολιτικές που στόχευαν σε αλλότριους τελικούς σκοπούς. Την στρατηγική αυτή στροφή την έκανε «αθόρυβα» μέσω Υπουργείου Παιδείας ώστε τυπικά να φαίνεται ως τμήμα της εκπαιδευτικής πολιτικής. Δύο υπήρξαν τα κύρια στοιχεία αυτής της νέας στρατηγικής επιλογής. Πρώτο η οριστικοποίηση των κοινωνικών παροχών, όπως τα δωρεάν βιβλία, η δωρεάν σίτιση, η κατάργηση των όποιων υπολειμμάτων διδάκτρων ή οιονεί διδάκτρων, η δωρεάν στέγαση και γενικά η προώθηση της κουλτούρας των ανέξοδων σποδών για όλους, ανεξαρτήτως εισοδηματικών και περιουσιακών κριτηρίων. Παράλληλα καλλιεργήθηκε μια διεκδικητική κουλτούρα «σπουδαστικών διευκολύνσεων» όπως η κατοχύρωση των μαθημάτων, η εγγραφή σε μαθήματα με μοναδικό σκοπό την απόκτηση δικαιώματος για συνεχείς εξετάσεις (βαθμιαία μεταμόρφωση των πανεπιστημίων σε εξεταστικά κέντρα) και γενικά η χαλάρωση των διδακτικών μεθόδων εν ονόματι της «μη εντατικοποίησης» των σποδών. Παρόμοιες εξελίξεις σημειώθηκαν και στην εγκύκλια εκπαίδευση, των αναλογιών τηρουμένων. Το δεύτερο στοιχείο υπήρξε η καλλιέργεια του «δασκαλοκεντρισμού» σε βάρος της εκπαιδευτικής αποτελεσματικότητας ως κυρίαρχου τρόπου διαχείρισης του ανθρώπινου δυναμικού στην εκπαίδευση. Έτσι, στην ουσία συντεχνιοποιήθηκε όχι μόνο η συγκρότηση του εκπαιδευτικού προσωπικού, αλλά και της διοίκησης των σχολικών μονάδων και των πανεπιστημίων. Τα εκπαιδευτικά ιδρύματα λειτουργούν πλέον προς χάρη του εκπαιδευτικού προσωπικού τους και όχι στην υπηρεσία των ουσιαστικών αναγκών του μαθητικού και φοιτητικού πληθυσμού. Το αξιοπερίεργο είναι, εν τούτοις, ότι οι πολιτικοί χώροι που εγκαινίασαν και στήριξαν την μεταπολιτευτική μεταρρύθμιση, όχι μόνο δεν παρουσίασαν εναλλακτικές πολιτικές έναντι των εξελίξεων αυτών, αλλά ούτε αντέδρασαν σε αυτές και σε γενικό επίπεδο μάλλον συγκατένευσαν και συμπορεύθηκαν. Έτσι, η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση ως πρόταγμα εκσυγχρονισμού χάθηκε στον καιάδα ενός εκπαιδευτικού λαϊκισμού, με τις συνέπειες που βιώνουμε σήμερα.
12.Ερώτηση : Πώς πιστεύετε πως επηρέασε την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1976 η προσπάθεια ένταξης της χώρας μας στην ΕΟΚ τη συγκεκριμένη περίοδο;
Δυστυχώς, τόσο η προσπάθεια ένταξης στην τότε ΕΟΚ, όσο και η προσχώρηση της χώρας στην ΕΕ, μόνο σε τυπικά και διαδικαστικά στοιχεία επηρέασαν την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Η εκσυγχρονιστική ουσία των εξελίξεων στην Ευρώπη δεν άγγισε τον Ελληνικό χώρο παρά μόνο οριακά.
13.Ερώτηση : Η εκπαιδευτική πορεία της χώρας αποδεικνύει πως οι εκάστοτε κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν τα εκπαιδευτικά πράγματα έχοντας ως σημεία αναφοράς τις πραγματικότητες της πατρίδας μας και του καιρού μας;
Φοβούμαι πως ελάχιστα στοιχεία πραγματικού εκσυγχρονισμού μπορούμε να επισημάνουμε στους χειρισμούς των διαδοχικών κυβερνήσεων από την μεταπολίτευση και εντεύθεν. Υπό την έννοια αυτή η εκπαιδευτική πολιτική σχεδιάζεται και ασκείται χωρίς στέρεη αναφορά στις πραγματικότητες της Ελλάδας και του καιρού μας. Το κυρίαρχο στοιχείο είναι ο εκπαιδευτικός λαϊκισμός που συνοψίζεται σε δύο προτάγματα: Μαζικοποιημένη και δωρεάν παιδεία. Μια συστηματική αξιολόγηση του αποτελέσματος των πολιτικών αυτών ασφαλώς θα έδινε απογοητευτικά αποτελέσματα – όπως αποκαλύπτει άλλωστε η σημερινή πολυεπίπεδη κρίσης της ελλαδικής εκπαίδευσης. Δυστυχώς η αποτίμηση αυτή δεν έχει γίνει μέχρι τούδε ούτε καν σε ακαδημαϊκό επίπεδο. Είναι το παράδοξο μιας εκπαίδευσης που στερείται παντελώς της ζωτικής λειτουργίας του αναστοχασμού.


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου