Κυριακή, 3 Οκτωβρίου 2010



 Για την συνταγματικότητα
της δυαδικής διοίκησης
του δημόσιου πανεπιστημίου



3η (και τελευταία) δόση
Ποια είναι η βασική αδυναμία αυτού του μεταφυσικού δίπολου; Προφανώς ότι είναι μεταφυσικό. Οι ιδεότυποι είναι κατασκευασμένοι ακριβώς για να στηρίξουν μια σκόπιμη διαλεκτική συνέχεια, αλλά ελάχιστη σχέση μπορεί να έχουν με την πραγματικότητα, αν δεν ενσωματωθούν σε μια συνολικότερη επιστημονική (κατά συνέπεια και εμπειρική) θεώρηση. Επομένως, στο μέτρο που η ακαδημαϊκή ελευθε­ρία είναι ζήτημα πραγματικό και όχι  μεταφυσικό, το στρίμωγμα της επιχειρημα­τολογίας στο παραπάνω εννοιολογικό σχήμα αποτελεί στην πραγματικότητα αναίρε­ση του ίδιου του σκοπού της συζήτησης. Δεν μπορεί μια τέτοια συζήτηση να αφορά στα σοβαρά την ακαδημαϊκή ελευθερία. Ασφαλώς θα αφορά κάτι άλλο. Αυτό θα το δούμε παρακάτω.

Τι υπάρχει, λοιπόν, αφού δεν υπάρχουν οι παραπάνω ιδεότυποι; Ποια είναι η πραγματικότητα; Και ειδικότερα ποια είναι -ξεκάθαρα-  εκείνη η πραγματικότητα που είναι προσπελάσιμη με την επιστημονική αναζήτηση, αφού περί αυτής ο λόγος; Προφανώς, το ερώτημα είναι σημαντικό. Επειδή, αν τεκμηριώσουμε ότι οι παραπάνω ιδεότυποι δεν αντανακλούν την πραγματικότητα, προφανώς αποκτούμε το λογικό δικαίωμα να υποστηρίξουμε ότι η συζήτηση περί  διοικητικών συστημάτων του πανεπιστημίου, έτσι όπως αρθρώνεται από τους συνταγματικούς ερμηνευτές της πλευράς που αναφερόμαστε,  έχει μάλλον  εξωπραγματικές βάσεις και αναφορές.

Ας δούμε λοιπόν τι υπάρχει και ποιο είναι το πραγματικό αντικείμενο των αναφορών μας. Προφανώς έχουμε μπροστά μας το ‘πανεπιστήμιο’ που αποτελεί σύστημα, οργάνωση, θεσμό – ανάλογα προς την άποψη από την οποία το βλέπουμε – και αναμφισβήτητα είναι προϊόν ιστορικής διαδικασίας με αρχή, μετασχηματισμούς, εξέλιξη και μορφές που σήμερα έχει και που στο μέλλον ενδέχεται να μεταβληθούν. Αυτή η ιστορική εξέλιξη του θεσμού τον προικίζει με δυναμική, την οποία καλούμαστε να ανακαλύψουμε για να μπορούμε διαγνώσουμε τους κανόνες ανάπτυ­ξης και τις πιθανές εξελίξεις του. Δικαιούμαστε να υποθέσουμε ότι η εξέλιξή του διέπεται από κάποιους μηχανισμούς και κανόνες ομοιοστασίας, που το κάνουν να μεταβάλλεται στον χρόνο αλλά να μένει ταυτόχρονα το ίδιο ως κατηγορία και οντότητα με διακριτή ταυτότητα. Αυτό το τελευταίο (η ομοιοστασία του πανεπι­στημίου) δεν ‘υπάρχει’ αλλά προκύπτει ως λογικό δικαίωμά μας να το καταγράψουμε ως μεθοδολογικό εργαλείο, αφού δεχόμαστε ότι σε κάθε ‘μετασχηματισμό’ του το πανεπιστήμιο δεν παύει να είναι ‘πανεπιστήμιο’. Δια μέσου μακρόχρονων και πολύπλοκων μετασχηματισμών και εξελίξεων, το πανεπιστήμιο έχει φτάσει σε διάφορες χώρες του κόσμου σε μια ‘τωρινή’ μορφή, που προφανώς δικαιούμαστε να ονομάσουμε ‘σύγχρονη’. Αυτή η μορφή, προφανώς διατηρεί μέσα της τις δυναμικές, σχέσεις και χαρακτηριστικά που η ιστορία την προίκισε (ομοιοστασία), μερικά από τα οποία μπορούμε να τα θεωρήσουμε ‘γενετικά’ με την έννοια ότι χαρακτηρίζουν αυτή καθεαυτή την κατηγορία ‘πανεπιστήμιο’, ανεξάρτητα από τα τυχόν ειδικότερα που ενδέχεται να χαρακτηρίζουν τα διάφορα ‘είδη’ πανεπιστημίων. Ας απαριθμήσουμε, λοιπόν αυτά τα γενετικά χαρακτηριστικά, που πιστεύω ότι κανείς λογικός άνθρωπος δεν θα αμφισβητήσει ότι πράγματι χαρακτηρίζουν την κατηγορία.
(α) Το πανεπιστήμιο είναι μια οργάνωση (οργανισμός, σύστημα) όπου πραγματο­ποιείται (ενασκείται, επιδιώκεται, επιχειρείται) διδασκαλία επιστημών σε ορισμένο επίπεδο δυσκολίας και αφαίρεσης (πολυπλοκότητας, βάθους, εύρους) που τα διακρίνει από άλλα  ‘κατώτερα’ στην ιεραρχία εκπαιδευτικά ιδρύματα.
(β) Είναι ταυτόχρονα οργάνωση όπου πραγματο­ποιείται (ενασκείται, επιδιώκεται, επιχειρείται) επιστημονική έρευνα, φιλοσοφικές αναζητήσεις και πειραματισμοί πάνω στις καλές τέχνες και την λογοτεχνία.
(γ) Είναι και μικροκοινωνική ενότητα, αφού τα άτομα που αναγνωρίζουν την οργανική σχέση τους με την οργάνωση ‘πανεπιστήμιο’ αναγνωρίζουν ταυτόχρονα και στοιχεία νομιμοποίησης μιας ειδικής κοινωνικής ταυτότητάς τους. Η πλειονότητα – αλλά όχι κατ’ανάγκη η παμψηφία – των μελών της ‘πανεπιστημιακής κοινότητας’ αναγνωρίζουν κάποιο είδος ‘πίστης’ (loyalty) σε αυτή, ως κοινωνικού θεσμού[1]. Υπό την ιδιότητα αυτή, το πανεπιστήμιο λειτουργεί και ως κοινωνία συμφερόντων. Δεν είναι ‘πλατωνικό απείκασμα’!
(δ) Είναι επίσης και οργανισμός που έχει επιφορτιστεί να πιστοποιεί την επάρκεια των σπουδών που παρέχει ως προϋποθέσεις άσκησης είτε ορισμένων επαγγελμάτων, είτε ορισμένων λειτουργιών μέσα στα πλαίσια ευρύτερων επαγγελματικών ενασχο­λήσεων.
(ε) Αποτελεί αυτοτελή μονάδα οικονομικής διαχείρισης, με ό,τι αυτό σημαίνει ως προς τα στοιχειώδη οντολογικά χαρακτηριστικά της κατηγορίας αυτής.
(στ) Υποστασιοποιείται με ποικίλες μορφές ως προς την συγκρότηση, την στρατηγική επιδίωξη και τα κριτήρια λειτουργικής αριστοποίησης. Έτσι, για παράδειγμα, έχουμε κρατικά και μη κρατικά πανεπιστήμια, δημόσια και ιδιωτικά, κερδοσκοπικά και μη κερδοσκοπικά, ανεκτικά και μη ανεκτικά (ως προς την καλλιεργούμενη κοσμοθεώ­ρηση ή ιδεολογία), καθαρά εκπαιδευτικά και άλλων σκοπιμοτήτων (π.χ. καθολικά, ισλαμικά, πολιτισμικής και πολιτικής διείσδυσης, κ.ο.κ.) και μύριες άλλες μορφές που προσδιορίζονται όχι τόσο από την τυπική μορφή των ιδρυμάτων, όσο από την στρατηγική τους.

Όλα τα πανεπιστήμια που υπάρχουν σήμερα έχουν όλα ή μερικά από τα χαρακτηριστικά αυτά σε ποικίλες τιμές και ποικίλους συνδυασμούς. Από την άλλη μεριά, ό,τι ονομάζεται πανεπιστήμιο σήμερα, μπορεί να περιγραφεί και να ταξινομηθεί με βάσει τις ίδιες κατηγορίες χαρακτηριστικών, κατά το ελάχιστο. Αυτό, λοιπόν, υπάρχει και αυτό είναι το προϊόν μιας διακριτής και επιστημονικά περιγράψιμης ιστορικής διαδικασίας. Το ερώτημα ‘πώς θα έπρεπε’ να είναι το ‘ιδανικό δημόσιο ελληνικό πανεπιστήμιο’ είναι άλλο ζήτημα. Σχετίζεται με τον επιθυμητό συνδυασμό τιμών των παραπάνω υπαρκτι­κών μεταβλητών. Ο κάθε λογικά πιθανός συνδυασμός προσδιορίζεται με ρητή επιλογή κριτηρίων αριστοποίησης, όπως συμβαίνει σε όλους τους λειτουργικούς οργανισμούς. Που σημαίνει, ότι αν το πανεπιστήμιο δεν το δούμε ως ‘λειτουργικό’ δεν έχουμε άλλο εμπειρικό τρόπο για να το περιγράψουμε. Αν λοιπόν χρειαστεί να συζητήσουμε ουσιαστικά για το πανεπι­στήμιο, για όποιο πανεπιστήμιο, δεν έχουμε άλλη επιλογή παρά να το περιγράψουμε ως λειτουργικό σύστημα. Αλλιώς κάνουμε μεταφυσική. Αυτή είναι η λογική αναγκαιότητα που διέπει την όποια σχετική συζήτηση, η δε υπεκφυγή από αυτή άλλες σκοπιμότητες μπορεί να μαρτυρεί, αλλά πάντως όχι την αναζήτηση της καλλίτερης λύσης για το πανεπιστήμιο.

Κάτω από το πρίσμα αυτό, η έννοια ‘φιλελεύθερο πανεπιστημίου’ δεν είναι νοητό καν να προσδιοριστεί με αναφορά σε μιαν απόλυτη τιμή μιας και μοναδικής οντολο­γικής μεταβλητής, όπως το επιχειρεί η επικρατούσα νομολογία και η πανεπι­στημιακή  ‘ιδεολογία’ που αντικατοπτρίζεται σε αυτή. Για να γίνει συζήτηση σοβαρή, χρειάζεται να δοθούν αιτιολογημένες τιμές σε όλες τις κατηγορίες μεταβλητών. Αλλιώς, το πανεπιστήμιο που παραδέχονται και περιγράφουν είναι φάντασμα και μάλιστα ύποπτα λειπομελές! Μέσα στα πλαίσια μιας τέτοιας, αναπόφευκτης, συστημικής προσέγγισης, η διασφάλιση της ακαδημαϊκής ελευθερίας αποτελεί απαραίτητο μεν οντολογικό στοιχείο της συγκρότησης του πανεπιστημιακού συστήματος, αλλά ούτε μοναδικό μπορεί να θεωρηθεί, ούτε απεριόριστο, μήτε απόλυτο και, κυρίως, μήτε ανεξέλεγκτο. Κατά συνέπεια, θα ήταν τουλάχιστο παράλογο να υποθέσουμε, ότι η επιταγή της ακαδημαϊκής ελευθερίας πραγματώνεται με ένα και μόνον ένα συνδυ­ασμό των παραπάνω μεταβλητών και των πιθανών τιμών που η καθεμία τους επιδέχε­ται στον ορισμό της. Πράγμα που σημαίνει, ότι πρέπει να αναζητήσουμε τους κανόνες υποκατασιμότητας (substitution rates) των παραπάνω μεταβλητών, συμπεριλαμβανομένων και της ακαδημαϊκής ελευθερίας. Αυτή άλλωσ­τε είναι και η λειτουργική έννοια της συνταγματικής επιταγής που θέτει τον περιορισμό του δεύτερου εδαφίου της παρ.1 του άρθ.16.[2] Είναι λογικό να υποθέσει κανείς, ότι ο συνταγματικός νομοθέτης, θέτοντας τη διάταξη αυτή, δεν θα είχε διανοηθεί καν να εννοήσει ότι ο κοινός νομοθέτης και προπάντων ο ερμηνευτής θα μπορούσε να την εξουδετερώσει με το να αποφύγει επιμελώς να συνδέσει την διάταξη αυτή με τις τυπικές και ουσιαστικές συνδέσεις της με την κοινή νομοθεσία. Δεν μπορούμε να φανταστούμε συνταγματικό νομοθέτη που εξ αρχής χαρακτηρίζει de facto ‘τελεσίδικα και οριστικά ατελείς’ ορισμένες διατάξεις του συντάγματος, δηλαδή αιωνίως ανενεργές!

Ας δούμε, τώρα, γιατί η ‘πλήρης αυτοδιοίκηση’ πρώτο, δεν μπορεί να φτάσει στα όρια της ‘αυτονομίας’ και, δεύτερο, δεν μπορεί να οριστεί μοναδικά με το λειτουργικό χαρακτηριστικό της συγκρότησης του συνόλου των οργάνων διοίκησης αποκλειστικά από μέλη της ‘πανεπιστημιακής κοινότητας’.

Κατά πρώτο, ή ίδια η νομοθεσία των ΑΕΙ αναγνωρίζει ποιοτικές διακρίσεις και διαβαθμίσεις σε ό,τι αφορά την συγκρότηση και λειτουργία των διοικητικών οργάνων του πανεπιστημίου: Διαφορετικές συνθέσεις εκλεκτορικών σωμάτων για διαφορετικού επιπέδου εκλογές, διαφορετική σύνθεση εκλεκτορικών σωμάτων για διαφορετικής βαθμίδας επιλογή ακαδημαϊκού και διδακτικού προσωπικού, κ.ο.κ.  Αναγνωρίζει την δυνατότητα σύνθεσης των εκλεκτορικών σωμάτων (γενικών συνελεύσεων, λ.χ.) ιδίως για την εκλογή διοικητικών οργάνων, με προδιαγεγραμμένες (γράφε ‘μαγειρεμένες’) ποσοστώσεις που από μόνες δείχνουν ότι ο νομοθέτης έχει προδιαμορφωμένη αντίληψη για το ‘σχετικό βάρος’ που a priori έχει απονείμει σε κάθε κατηγορία και ομάδα της πανεπιστημιακής κοινότητας σε ότι αφορά την λήψη σημαντικών αποφάσεων. Από μόνος του ο νομοθέτης αποδέχεται, επομένως, ότι η ‘σωματειακή’ (κατά την έννοια του δημοσίου δικαίου) μορφή δεν ταιριάζει στο ίδρυμα ανώτατης εκπαίδευσης ως ερμηνευτικό υπόβαθρο. Γιατί, τι άλλο μπορεί να σημαίνει η διαβάθμιση του ειδικού βάρους των συνιστωσών υπο-ομάδων παρά απόρριψη της καθολικής ψηφοφορίας (με αναγκαίο χαρακτηριστικό της την ισοδυναμία της ψήφου) που αποτελεί συστατικό στοιχείο της σωματειακής δομής; Στο θέμα αυτό, όμως, θα επανέλθουμε πολύ σύντομα στην παραπέρα ανάλυσή μας. Τι άλλο σημαίνει, όμως, η αποδοχή της διάκρισης κατά ‘ειδικό βάρος’; Προφανώς δίνει λειτουργικό (operational ) περιεχόμενο στην έννοια της αυτοδιοίκησης, και εξαφανίζει κάθε δυνατότητα επίκλησης των απόλυτων και μεταφυσικών εννοιών πάνω στις οποίες στηρίζεται η διάκριση των τεχνητών ιδεοτύπων στους οποίους αναφερθήκαμε παραπάνω. Αυτή και μόνη θα μπορούσε να είναι η οριστική απόδειξη ότι ο μόνος τρόπος για να δούμε το πανεπιστήμιο είναι ο λειτουργικός και, επομένως, μόνο ως λειτουργικά μπορεί να θεωρούνται τα πανεπιστήμια. Λειτουργικά με την συστημική έννοια του όρου, βέβαια, και όχι με το μεταφυσικό περιεχόμενο που δίνουν οι οπαδοί του ‘ακραιφνούς φιλελεύθερου πανεπιστημίου’. Κατά συνέπεια, η διαβάθμιση και το ειδικό βάρος των διαφόρων λειτουργιών τους, που από μόνες ταυτίζονται με κάποιους ‘σκοπούς’, προσδιορίζουν και την εκάστοτε φυσιογνωμία του κάθε πανεπιστημίου. Άμεσο πόρισμα της προφανούς αυτής αλήθειας είναι, ότι δεν  μας δίνεται το δικαίωμα να υποστηρίξουμε την μοναδικότητα του οργανωτικού σχήματος που βασίζεται στην παραδοχή της ‘απόλυτης αυθεντίας’ των ακαδημαϊκών, όπως την συναντήσαμε στον ορισμό του ‘φιλελεύθερου πανεπιστημίου’. Ούτε το σύνταγμα, μήτε ο κυρίαρχος λαός αναγνωρίζει, ούτε μπορεί ποτέ να αναγνωρίσει τέτοια αυθεντία, εκτός αν διολισθήσει σε ολοκληρωτισμούς θεοκρατικού χαρακτήρα!

Δεύτερο, το δημόσιο πανεπιστήμιο, χρησιμοποιεί κατά κύριο λόγο δημόσιους πόρους, επιπλέον δε οι ίδιοι πόροι του γίνονται αυτοδικαίως ‘δημόσιοι’ ως εκ  της ιδιότητάς του ως Ν.Π.Δ.Δ. Αυτό σημαίνει ότι η αξιολόγηση της χρήσης τους δεν είναι νοητό, υπό συνθήκες δημοκρατίας, να εξαιρεθούν από τον πολιτικό έλεγχο. Γενική συνταγματική εξουσιοδότηση για πάγια χρηματοδότηση του δημόσιου πανεπιστημίου και μάλιστα εκτός δημοσιονομικού ελέγχου δεν νοείται, αφού κάτι τέτοιο διασπούσε την ενότητα της πολιτειακής συγκρότησης. Τέτοιες εξουσιοδοτήσεις θα μπορούσαν (και πάλι με πολύ μεγάλη προσοχή και ερμηνευτικές δυσκολίες) να δοθούν σε σωματεία του δημόσιου δικαίου, όπου το κύριο χαρακτηριστικό τους είναι είτε η ‘ομοιοεπαγγελματική’ σύνθεσή τους (επιμελητήρια, δικηγορικοί και ιατρικοί σύλλογοι κ.ο.κ.), είτε η λειτουργία της καθολικής πολιτικής ψηφοφορίας (ΟΤΑ, Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις). Το δημόσιο πανεπιστήμιο δεν διαθέτει κανένα από τα χαρακτηριστικά αυτά. Κατά συνέπεια, η λειτουργία του πολιτικού-δημοσιονομικού έλεγχου του δημόσιου πανεπιστημίου δεν επιτρέπεται να παραχωρηθεί σε όργανο μη ‘πολιτικό’. Μπορεί να παραχωρηθεί τουλάχιστο σε όργανο που λογοδοτεί απ’ ευθείας σε πολιτειακό πολιτικό όργανο, δηλαδή την Βουλή, όπως προτείνεται στο σχήμα του Πειραματικού Πανεπιστημίου. Κατά λογική συνέπεια, και από την άποψη αυτή, το πανεπιστήμιο ως λειτουργικό σύστημα μπορεί να θεωρηθεί, αφού και ο πολιτικός έλεγχος δεν νοείται σε επίπεδο αφηρημένων και μεταφυσικών εννοιών αλλά πρέπει να περιγραφεί με συγκεκριμένους όρους για να μπορεί να θεσμοθετηθεί. Για μια ακόμη φορά, η μόνη καταφυγή για την υποστήριξη της ‘οντολογίας’ του ιδεότυπου του φιλελεύθερου πανεπιστημίου είναι η παραδοχή της ‘απόλυτης αυθεντίας’ των ακαδημαϊκών (συμπεριλαμβανομένων και των …. Φοιτητών) περί την πραγματο­λογική έννοια της επιστημονικής αλήθειας. Πράγμα που είναι άτοπο, και αυτό ακριβώς θέλαμε να δείξουμε.

Τι απομένει, τώρα, στην επικρατούσα νομολογία και τους υποστηρικτές τους για να στηρίξουν τη συγκεκριμένη ερμηνεία της έννοιας της πλήρους αυτοδιοίκησης; Απομένει να καταφύγουν στην τυπική εννοιοδότηση του πανεπιστημίου ως ‘σωματείου’ δημόσιου δικαίου, για να το διακρίνουν από  τα κοινά Ν.Π.Δ.Δ. και να δικαιολο­γή­σουν έτσι την αρχή της αποκλειστικής εκλογής των διοικητικών οργάνων από τα μέλη της ‘πανεπιστημιακής κοινότητας’ και μόνο μεταξύ των μελών της. Σ’αυτό το τελευταίο οχυρό χωρούν μία τυπική και μία ουσιαστική αντίρρηση.

Το πανεπιστήμιο δεν επιτρέπεται να νοηθεί ως ‘σωματείο’ για δύο λόγους: Πρώτο, επειδή δεν το προβλέπει ρητά ο συνταγματικός νομοθέτης, αλλά ούτε καν το εξυπονοεί. Τα νομικά πρόσωπα που αντιστοιχούν στην θεωρητική κατηγορία των σωματείων είναι οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα επιμελητήρια ή οι επαγγελματικοί σύλλογοι των επαγγελμάτων που κατά την ξεπερασμένη παράδοση θεωρούνται ως ‘κοινωνικές λειτουργίες’, ό,τι και να σημαίνει αυτό σήμερα στα πλαίσια της ώριμης αστικής δημοκρατίας. Οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης είναι στοιχεία της διοίκησης, πρώτον, και δεύτερο, συστατικό στοιχείο τους είναι η λειτουργία της καθολικής ψηφοφορίας. Το δημόσιο πανεπιστήμιο δεν έχει κανένα από τα δύο αυτά χαρακτηριστικά. Δεν αποτελεί κομμάτι της δημόσιας διοίκησης ούτε καν longa manu, και τα διοικητικά του όργανα δεν εκλέγονται, μήτε προβλέπεται συνταγματικά να εκλέγονται με την διαδικασία (και λειτουργία) της καθολικής ψηφοφορίας. Γιαυτό, άλλωστε, οι υποστηρικτές της υπό τη κριτική μας ερμηνείας της έννοιας της πλήρους αυτοδιοίκησης καταφεύγουν σε άλλο, πρόσθετο, εννοιολογικό πλάσμα για να στηρίξουν την άποψή τους περί ισοδυνάμου του δημόσιου πανεπι­στη­μίου με την ‘σωματειακή’ υφή.

Έτσι, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά η Καλτσόγια[3], κάνοντας αναφορά σε νομολογιακές ερμηνείες, το πανεπιστήμιο δεν είναι απλώς ίδρυμα με δική του νομική προσωπικότητα, ούτε όμως και σωματείο ή ‘πανεπιστήμιο των ομάδων’. Η εξέλιξή του, εν τούτοις, στην δυτική του εκδοχή, με προγόνους του τις κοινοβιακές και ημικοινοβιακές κοινότητες των αρχαίων ελλήνων φιλοσόφων (Πυθαγόρειοι, Ακαδημία του Πλάτωνος, Αριστοτέ­λης κλπ.) το έχει αναδείξει ‘σε κοινότητα με την επιστημονική του όρου σημασία’. Υπό την έννοια αυτή του ταιριάζει η αυτονομία ως σύστημα διοικητικής συγκρότησης αφού ‘έχει ακόμα αναγνωρισθεί ότι η αρχή της αυτονομίας συμβιβάζεται με την έννοια της κοινότητας’. Είναι φανερό, ότι η προσπάθεια που γίνεται από αυτό τον δρόμο για να στηθεί ένας λογικός, ντετερμινιστικός συλλογισμός, είναι τουλάχιστο τραβηγμένη από τα μαλλιά: Τι θα πει ‘κοινότητα υπό την επιστημονική του όρου σημασία’ και από πού η κοινωνιολογική αυτή νοηματική οντότητα συνδέεται με λογική αναγκαιότητα με την οργανωσιακή κατηγορία της αυτονομίας; Και, το κυριότερο, ποια έννοια μπορεί να δώσει κανείς στην ‘αυτονομία’; Στη συστημική θεωρία η ‘αυτονομία’ είναι τρόπος ύπαρξης των ονομαζόμενων βιώσιμων συστημάτων. Και πράγματι το πανεπιστήμιο είναι τυπική περίπτωση βιώσιμου συστήματος. Εκεί, όμως, η έννοια της αυτονομίας δεν έχει νομικό περιεχόμενο, αλλά λειτουργικό. Και προπάντων, η λειτουργική αυτονομία του πανεπιστημίου (δημόσιου ή ιδιωτικού αδιάφορα) δεν μπορεί να εκληφθεί ως αυτονομία με την πολιτική έννοια του όρου. Προφανώς γίνεται χονδροειδής σύγχυση όρων και εννοιών. Ας αφήσουμε που με τον κοινωνιολογικό ιδιότυπο της ‘κοινό­τητας’ το κρατικό πανεπιστήμιο θα βρεθεί αδελφό με μια πανσπερμία κοινωνικών στοιχειωδών συγκροτήσεων, όπου η μάνα θα χάσει το παιδί και το παιδί τη μάνα αν αποπειραθεί κανείς να βρει κοινή βάση για την εφαρμογή της δήθεν παραδοχής  ότι ‘η αρχή της αυτονομίας συμβιβάζεται με την έννοια της κοινότητας’. Τέλος, και αν ακόμη δεχτούμε την εγκυρότητα αυτής της δήθεν παραδοχής, και πάλι στο πέλαγος της απροσδιοριστίας θα βρεθούμε. Γιατί, άλλο ‘συμβιβάζεται’ και άλλο ‘λογικά απορρέει’! Και, πράγματι, υπάρχουν ‘κοινότητες’ διοικητικά και πολιτικά αυτόνομες, αλλά ‘όλες οι κοινότητες’ μήτε φέρουν το χαρακτηριστικό αυτό κατ’ ανάγκη, μήτε νοείται ότι πρέπει αυτοδίκαια να τους προσδίνεται.

Ποιο μπορεί να είναι το γενικό συμπέρασμα από την παραπάνω αναλυση; Νομίζω ότι αβίαστα συνάγονται δύο συμπληρωματικά μεταξύ τους συμπεράσματα: Πρώτο, ότι το συγκεκριμένο σύστημα διοίκησης των δημόσιων πανεπιστημίων, ούτε συνταγμα­τικά αδιαμφισβήτητο είναι μήτε συνταγματικά μοναδικά επιτρεπόμενο. Τουναντίον, μάλλον αποτελεί συγκαλυμμένη συνταγματική εκτροπή κατά το ότι παραβιάζει την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας και την αρχή της ισότητας των πολιτών, αφού δίδει αδικαιολόγητα προνόμια πολιτικής φύσης στα μέλη της ‘πανεπιστημιακής κοινότητας’. Δεύτερο, ότι η επιλογή και ο σχεδιασμός του ‘βέλτιστου’ οργανωτικού και διοικητικού συστήματος για το δημόσιο πανεπιστήμιο (προφανώς και για όλα τα υπόλοιπα είδη) είναι ζήτημα λειτουργικής ανάλυσης με βάση ένα σύστημα κριτηρίων και περιορισμών, και όχι μια διαδικασία μονοδιάστατης βελτιστο­ποίησης. Προφανώς, μεταξύ των κριτηρίων και των περιορισμών είναι η ‘μεγιστο­ποίηση της ακαδημαϊκής ελευθερίας’ και η τήρηση των συνταγματικών επιταγών. Η βελτιστοποίηση αυτή, όμως, μόνο ως σχετική και όχι ως απειροστικά απεριόριστη (δηλ. μεταφυσική) μπορεί να νοηθεί. Αυταπόδεικτο είναι ότι η προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας στο σχετικό βέλτιστό της πρέπει να εκφράζεται λειτουργικά και όχι απλώς εξαγγελτικά και διακηρυκτικά. Αν συμβαίνει το δεύτερο, καθίσταται αυτοδικαίως ύποπτο. Το γιατί, αναφέρεται συνοπτικά στην εισαγωγή της μπροσούρας αυτής.

Εν τέλει, λοιπόν, τι μπορούμε να πούμε για την τυπική νομιμοποίηση του διοικητικού σχήματος που προτείνω για το Πειραματικό Πανεπιστήμιο; Απλούστατα, ότι αποτελεί πρακτική εφαρμογή του τελικού αναλυτικού μας συμπεράσματος. Δεν εξυπακούεται ότι είναι η ‘βέλτιστη’. Είναι, όμως, μεταξύ των λειτουργικά πιθανών και νομικά επιτρεπομένων. Αυτό ακριβώς θέλαμε να δείξουμε. (3η)




[1] Ας σκεφτεί ο αναγνώστης την κατασκευή της έννοιας της Alma Mater.
[2] ‘Η ακαδημαϊκή ελευθερία και η ελευθερία της διδασκαλίας δεν απαλλάσσουν από του καθήκοντος της υπακοής εις το Σύνταγμα’.
[3] Καλτσόγια, op.cit. σελ.71